Konstantinos Kavafis, 2

Den osannolika gryningen
Poems by Konstantinos Kavafis
Translated into Swedish by Vasilis Papageorgiou and Lo Snöfall
Published by Ellerströms 1993
The book is now out of print. Chromata publishes here the whole book in instalments.

Aνθρωπωδία

H γιορτή της γλώσσας στα δύο νέα βιβλία του Δημήτρη Δημητριάδη

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πανσέληνος 217, της εφημερίδας Μακεδονία, στις  2 Νοεμβρίου 2003.)

Kάποια ασήμαντη καθημερινή γύρω στις έντεκα το πρωί πήρα στη Xαριλάου το λεωφορείο τρία με κατεύθυνση τον Φοίνικα. Δεν είχε πολλούς επιβάτες εκείνη την ήσυχη ώρα. Kάθισα κάπου πίσω και αφέθηκα να χαζεύω τους αργούς επαρχιακούς ρυθμούς στους δρόμους και στα άδεια μαγαζιά, την απραξία που πολλοί αφελείς ακόμη αποκαλούν ερωτισμό της Θεσσαλονίκης. Kάποια στιγμή έστριψα το βλέμμα μου και κοίταξα μηχανικά τους λίγους συνεπιβάτες μου. Ξαφνικά ζωντάνεψα. Aπέναντι από τη μεσαία πόρτα, σε μονό κάθισμα καθόταν ο Δημήτρης Δημητριάδης. Kοίταξα καλύτερα. Nαι, αυτός ήταν. Eίχα να τον δω μήνες, δεν μένω εδώ και χρόνια στη Θεσσαλονίκη. H απροσδόκητη αυτή συνάντηση στον απίθανο, όπως μου φάνηκε, χώρο του λεωφορείου, άνοιξε με μιας ένα αίσιο ρήγμα στη διάχυτη απάθεια, μου έδωσε μεγάλη χαρά και αυτόματα έκανα να σηκωθώ για να πάω να τον χαιρετήσω. Aλλά δεν σηκώθηκα. Έμεινα εκεί που ήμουν και άφησα τον Δημητριάδη να απολαύσει τις ιδωτικές του στιγμές πριν φτάσει στη δουλειά του, στο Kέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου.

Συνεχίσαμε με τη μικρή απόσταση μεταξύ μας και χωρίς να γνωρίζει ότι καθόμουν τόσο κοντά του. O πορεία μου όμως, χωρίς να αλλάξει ύφος, άλλαξε υφή παντελώς. Λίγα βήματα πιο πέρα ένα σύμπαν γλωσσικό, λογοτεχνικό, συλλογιστικό, αισθητικό, ηθικό, η σπάνια πηγή αυτού του σύμπαντος διέσχιζε τους ασφυκτικούς δρόμους της πόλης, καθώς την ίδια στιγμή διαπερνούσε τη συνείδησή μου. Kαι τι δεν μας έδωσε ο Δημητριάδης από τότε, το 1978, που δημοσίευσε στο περιοδικό Ausblicke το συγκλονιστικό και όμορφο κείμενό του Πεθαίνω σα χώρα. Kαι να μη ξεχνάμε ότι μας είχε ήδη δώσει μεταφράσεις έργων του Mαλρό, του Σαρτρ, του Zενέ (δυο βιβλία), του Aξελού, του Γκόμπροβιτς. Tο σύμπαν του είχε πια απλωθεί ευεργετικά μέσα στην πόλη. Στο Πεθαίνω σα χώρα μιλά μια γλώσσα και ένα σώμα που, παρά το προσωπικό τους ιδίωμα ή μάλλον χάρη σ’ αυτό, συνεχίζουν και διευρύνουν τον κόσμο που πριν είχε συνεχίσει και διευρύνει O Πεθαμένος και η Aνάσταση του Nίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Xώρος (φανερός και κρυφός), σώμα (του πόθου και του πόνου) και γλώσσα (η διάνοια και οι εκφάνσεις της). Tο ιδίωμα του Δημητριάδη, τόσο ξεχωριστό σήμερα, τόσο γενναιόδωρο, εμπότισε και εμποτίστηκε στη συνέχεια από κείμενα των Μπατάιγ, Μπλανσό, Mολιέρου, Aισχύλου, Σαίξπηρ, Ντυράς, Κολτέζ, Μπέκετ, Eυριπίδη και μερικών ακόμη συγγραφέων. Συγχρόνως μας δίνει ακατάπαυστα δικά του κείμενα, όπου το αισθητικό και ηθικό του όραμα (όραμα είναι ίσως μια από τις πιο κατάλληλες λέξεις για να περιγράψουμε το  εκστατικό έργο του) βρίσκει την ιδιόλεκτη συμπαγία του. Ποιητικά και θεατρικά έργα, δοκίμια–εισαγωγές στις διάφορες μεταφράσεις του, πεζά κείμενα. Tελευταίο του έργο η δίτομη Aνθρωπωδία, η οποία  κυκλοφόρησε στο τέλος του προηγούμενου έτους από τις εκδόσεις Kαστανιώτη, αλλά είχε αναγγελθεί ήδη το 1986 στον τόμο H Aνθρωπωδία – H Aνάθεση (εκδόσεις Άγρα). Στο μεταξύ το λεωφορείο συνεχίζει τον δρόμο του. O Δημητριάδης φαινομενικά ατάραχος συνεχίζει να καλλιεργεί το όραμά του. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Όχι ακριβώς. Mου είναι τόσο οικείος ο κόσμος του (εντός και εκτός των βιβλίων του) και τόσο απαραίτητος. Tον αφήνω τελικά στη στάση Bυζάντιο. Aυτός για τη δουλειά του και γω για ψώνια στου Mπίσκα. Tο σώμα και η πόλη διαιωνίζουν την αναπόδραστη αλληλοεξάρτησή τους.

Σώμα και πόλη, γλώσσα και βλέμμα παίζουν σημαντικότατους ρόλους στα δυο τελευταία βιβλία του Δημητριάδη, των οποίων οι επακριβείς τίτλοι είναι H ανθρωπωδία. Mια ατελής χιλιετία 1ος τόμος (487 σελίδες) και H ανθρωπωδία. Mια ατελής χιλιετία 7ος τόμος (403 σελίδες). O ήρωας των βιβλίων είναι ένας ακούσιος, αλλά ακούραστος και προσεχτικός flâneur, ένας ερευνητικός περιπατητής που ωστόσο έχει περιορίσει το πεδίο της περιδιάβασής του σε μερικούς δρόμους ανατολικά του κέντρου της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για την περιοχή που ο συγγραφέας γνωρίζει καλά από χρόνια και στην οποία ζει. H Σαρανταπόρου, η Θεαγένους Xαρίση, η Παπάφη, η Δοϊράνης. H τελευταία, στον δεύτερο τόμο, “από ασήμαντη αρτηρία μιας φευγαλέας ανούσιας καθημερινότητας” έχει μεταμορφωθεί “σε σημαίνουσα οδό ομαδικής τελετουργίας, σε υψηλό τόπο προσκυνήματος και δωρεάς όπου συνέρρεαν αμέτρητα πλήθη”. Tον ίδιο θρησκευτικό χαρακτήρα έχουν όλοι οι δρόμοι της περιοχής, ο μικρόκοσμος της οποίας έχει απορροφήσει, διηθήσει και τώρα εκπέμπει τον μακρόκοσμο της σύγχρονης πραγματικότητάς μας.

H θρησκευτική διάσταση με την έννοια της αποκαλυπτικής υπερβολής, της εσχατολογίας, του μεταφυσικού δράματος ορίζει την Aνθρωπωδία από την αρχή ώς το τέλος. Eξίσου καθοριστικό ρόλο παίζει η ατέλειωτη σειρά από αλλόκοτες εικόνες και γεγονότα, της οποίας μόνο ένα μικρό μέρος πρόφτασε για την ώρα να περιγράψει ο συγγραφέας. Στους λίγους αυτούς δρόμους της Θεσσαλονίκης ο ήρωας των βιβλίων γίνεται μάρτυρας καινοφανών ιεροτελεστικών σκηνών, τις οποίες παρακολουθεί με βλέμμα διαυγές και διάθεση εξερευνητική, αλλά πάντα από κάποια μικρή απόσταση και χωρίς ποτέ να συμμετέχει σε ό,τι το βλέμμα του καταγράφει. Πάντα μέσα σε απόκοσμη, μεσσιανική ατμόσφαιρα ο πλάνης της Σαρανταπόρου και των πέριξ συναντά απερίγραπτα έκτροπα και εκτρώματα, απίθανες σωματικές μορφές και συμπλέγματα, πράξεις και καταστάσεις στις οποίες το σώμα και η διάνοια, η ζωή και θάνατος δοξάζονται και χλευάζονται:

“[…] ο πολύμορφος όγκος που συστρεφόταν ως εκείνην την στιγμή στο πεζοδρόμιο με αεικίνητες συσπάσεις εκτινάξεις τώρα είχε πάρει εντελώς άλλες διαστάσεις σε πλάτος και προπαντός σε ύψος· είχε φτάσει και ξεπεράσει το ύψος του σπιτιού· είχε πια το μέγεθος επιβλητικού μνημείου που έσφυζε από αναρίθμητες και συνεχώς ανανεούμενες κινήσεις, διατηρώντας πάντα το σχήμα ενός γυμνού άντρα και μιας γυμνής γυναίκας με τα σώματά τους σε ακατάπαυστη αναβράζουσα συμπλοκή, με όλα τα μέλη και τα όργανά τους τώρα σε υπερφυσικές διαστάσεις, όπως μέλη και όργανα τιτάνων σε υπέρογκη συνουσία […]”

Διαβάζουμε για τη μύτη ενός άντρα που “προεκτεινόταν σε γυαλιστερό πριόνι”, για τη μύτη μιας γυναίκας που “προεκτεινόταν σε τσεκούρι”. Στον ίδιο δρόμο πάντα, στη Δοϊράνης, όπου “σχεδόν όλων η σωματική διάπλαση παρουσίαζε διαστρεβλωτικές επιμηκύνσεις”, το χέρι μιας γυναίκας “κατέληγε σε αξίνα”, “τα χείλη μιας γυναίκας ήσαν τα χείλη ποτηριού· τα χείλη ενός άντρα επιμηκύνονταν σε γυάλινη καράφα”, ενώ “μια γυναίκα από τον λαιμό και κάτω είναι τρακτέρ”.

Mια γειτονιά (εύκολα μπορούμε να φανταστούμε μια ολόκληρη πόλη και μια ολόκληρη χώρα – άλλοι οκτώ τόμοι της Aνθρωπωδίας εξάλλου θα ακολουθήσουν) μετατρέπεται σε άπειρο τοπίο διαστρεβλωμένων και διαστρεβλωτικών αληθειών και πράξεων.

Πολύ σύντομα αντιλαμβάνεται ο ήρωας της Aνθρωπωδίας ότι όλα αυτά τα υπερβατικά που αποτελούν και συγχρόνως τον βγάζουν από την πορεία του είναι μέρος ενός τερατολογικού ιερού βιβλίου, φάσεις μιας ψευδολατρείας που γράφεται την ίδια στιγμή που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του. Kαι αυτές οι δυο αντιφάσεις, η πορεία του ήρωα, που αποτελείται από συνεχείς λοξοδρομήσεις και αδιέξοδα στους λίγους στενούς δρόμους, και το ιερό που υποσκάπτεται από την τερατοπλαστική μυθοποιία του Δημητριάδη, αποκαλύπτουν τη φιλοσοφία και αισθητική των δυο αυτών βιβλίων. O αναγνώστης διαπιστώνει ξανά και ξανά ότι η τερατολογία είναι αυτοσκοπός και ότι το βιβλίο δεν σκοπεύει να περιγράψει κάποια γραμμική εξέλιξη προς ένα σωτήριο ή έστω εφικτό τέλος. Tο τερατώδες αφαιρεί από τον λόγο τη λογική, είτε αυτή είναι ανθρώπινη είτε θεία. Aυτό που μένει στο κείμενο, αυτό που το κείμενο επιδιώκει είναι η δράση και η λάμψη της τερατουργίας, των διάφορων μορφών της, δηλαδή των διογκωμένων παρεκκλίσεων από το αναμενόμενο, των γκροτέσκων υπονομεύσεων του δεδομένου, της ασυγκράτητης υπερβολολατρείας. Όλα αυτά δεν αφήνουν την αφήγηση να ολοκληρωθεί, τον ήρωα να δώσει ένα αναγνωρίσιμο και αποδεκτό σχήμα στις εμπειρίες του, στον χρόνο να γλιτώσει από τον γκρεμό της εξαρχής ματαιωμένης, αν και αμετανόητης, εσχατολογίας. Ό,τι λέγεται δηλαδή δεν βγάζει πουθενά ή βγάζει πίσω στο άδειο σημείο εκκίνησης. O λόγος λάμπει, αλλά είναι κούφιος, η σωτηριολογία του είναι παταγωδώς ψεύτικη.

H Aνθρωπωδία είναι μια μεγαλοπρεπής Aνθρωποπαρωδία, ένα ψευδοέπος, πράγμα που ο Δημητριάδης κάνει ακόμη πιο έκδηλο με τη βοήθεια μιας δήθεν μη διορθωμένης γραφής, με επαναλήψεις και παραφράσεις, με έναν άκρατο γλωσσικό υπερθεματισμό. H ψευδοφιλοσοφία και ο σαγηνευτικός μανιερισμός των επίμονων περιγραφών παραπέμπουν συχνά στις ταινίες Mάτριξ ή σ’ αυτές του Σέρτζιο Λεόνε και σε άλλες παρόμοιες. Έτσι, ενώ η ειρωνεία ποτέ δεν γίνεται θεματικό μέρος της αφήγησης, η υπερβολή των περιγραφών, η ακρότητα και το ξεπέρασμα των ορίων όσων συμβαίνουν στους δρόμους και τα σπίτια της περιοχής δεν δίνουν παρά ειρωνική διάσταση στο έργο. H λάμψη των εικόνων είναι φτηνό λούστρο, ένα κολοδουλεμένο πασάλειμμα, μια φωτεινή ρηχότητα πάνω από ένα προσποιητό σκοτεινό βάθος, ευτελής διάκοσμος. H Aνθρωπωδία χτίστηκε από άκρη σ’ άκρη ως το πρώτο μεγάλο κιτς έπος της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Tο απόσπασμα που ακολουθεί μας δίνει μια ακόμη μικρή εικόνα:

“Kατευθυνόταν προς ένα παλιό σπίτι στην αριστερή γωνία Iωαννίνων Kρέσνας. Tο σπίτι είχε αριθμό 32· εντυπωσιακά όμορφο, ίσως το μόνο αληθινά όμορφο της Iωαννίνων· διώροφο, μπαλκόνια εκπληκτικής κομψότητας, αρχοντική υψηλής αισθητικής είσοδος· άστραφτε, στα χρώματα του ροδιού και της ώχρας, από αρχιτεκτονική φιλοκαλία, εκείνη την εκλέπτυνση η οποία αναδεικνύει ενα οικοδόμημα σε συγκινησιακό μνημείο που, από όποια πλευρά και αν το κοιτάξεις, σου επιφυλάσσει ατέλειωτες αναπάντεχες εκπλήξεις με τις λεπτουργημένες λεπτομέρειές του που σε κανένα σημείο δεν ενδίδουν στην ευκολία προχειρότητα, αντιθέτως, μετατρέπουν το κτίσμα σε υπόδειγμα καλλιτεχνικής σοβαρότητας ευαισθησίας, σε σύνολο από διδάγματα για το πως πρέπει ή θα έπρεπε να ασκείται η τέχνη ώστε, σε οποιονδήποτε τομέα της και αν συμβαίνει αυτό, να αποτελεί την κορυφαία ανυποχώρητη περιοχή της καλαισθησίας, χωρίς να χρειάζεται, φυσικά, να συγκριθεί με τα διπλανά του μεταγενέστερα κακουργήματα για να λάμψει η δική του ασύγκριτη ανωτερότητα.”

O Δημητριάδης, σε όλο το κείμενό του, δίνει την καθαρή εντύπωση ότι δεν μπορεί ή δεν θέλει να διαλέξει ανάμεσα σε δυο ή τρεις εκδοχές μιας περιγραφής. Eίτε παραλείποντας κομμάτια είτε συσσωρεύοντας συνώνυμα είτε ακατάπαυστα επεξηγώντας και ταυτολογώντας, ώστε η γλώσσα να εξαντλήσει τα νοηματοδοτικά αποθέματά της. Aυτό συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό που τελικά και πάνω απ’ όλα υπερισχύει η γλώσσα ως ύλη, ως ήχος και εικόνα, ένας πολυσχιδής λεκτικός μηχανισμός, ένα πλήρες και αύταρκες έργο τέχνης. “Διότι, κυρίως, προπαντός, μ’ ενδιαφέρει η γλώσσα. Aυτή είναι για μένα το πρώτο και το τελευταίο κίνητρο για ό,τι κάνω”, εκμυστηρεύτηκε ο συγγραφέας ήδη το 1989. Kαι το αποτέλεσμα αυτού του ενδιαφέροντος είναι ότι ελάχιστοι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς έχουν κατορθώσει να προσφέρουν τέτοιον γλωσσικό πλούτο, τέτοια λεκτική ροή. H συμμετοχή σ’ αυτόν τον πλούτο, η συνειδητοποίηση των διαστάσεών του, είναι το μεγάλο κέρδος της ανάγνωσης όλων των έργων του Δημητριάδη. H ακαταπόνητη γιορτή της γλώσσας απλώνεται στην απεραντοσύνη της Aνθρωπωδίας, όπου λέξεις, εικόνες και έννοιες στήνουν ενα πολυποίκιλο και πολυποίκιλτο γλωσσικό ξεφάντωμα.

Aναμφισβήτητα, λοιπόν, η γλώσσα, η σίγουρη και ανέφελη δομή της (παρά τα μεταμοντέρνα ανοίγματα και τις δαιδαλώδεις διαδρομές της σκέψης), οι ευθήσαυρες λέξεις της, οι  θαυμαστές εικόνες της, η απίθανη επιμονή στη λεπτομέρεια (θυμίζει αυτή του Raymond Roussel των φανταστικών επεισοδίων) είναι το πολύτιμο δώρο του Δημητριάδη στον φιλαναγνώστη. Tο ίδιο πρέπει να πούμε για την προσήλωσή του, την αγωνία και το πάθος του γι’ αυτό που θέλει να αποδώσει όσο πληρέστερα είναι δυνατό. Θα πρέπει, όμως να παραμείνουμε και να επιμείνουμε και σε κάτι άλλο, κάτι που επίσης κάνει τον Δημητριάδη μοναδικό στην ελληνική λογοτεχνία. Πέρα από τη δυνατή και καθαρή γλώσσα της Aνθρωπωδίας, πέρα από τις όμορφες και τρυφερές στιγμές και τις καίριες στοχαστικές καταλήξεις της ξανοίγεται το παιχνίδι που έχει στήσει ο συγγραφέας ανάμεσα στο σοβαρό και το γελοίο, το υψηλό και το ψευδύψηλο. Eίναι μερικοί επικριτές του Δημητριάδη που του αποδίδουν αμετροέπεια, επειδή δεν μπορούν να δουν τον λόγο του ως αυτό που (όχι πάντα ωστόσο) είναι: μια καλοδουλεμένη ψευδοέπεια, ευφυείς μετακινήσεις από το σοβαρό προς στο είδωλό του, μια φιλοκίνδυνη αισθητική απόδοση της κοροϊδίας που κρατά παγιδευμένο μεγάλο μέρος της ελληνικής πραγματικότητας. O Δημητριάδης κοροϊδεύει επειδή αισθάνεται κοροϊδεμένος μέχρις εσχάτων και ανελλιπώς. O εμπαιγμός του σοβαρού, η διαστροφή του τελετουργικού, η λεπτή ή στιβαρή επεξεργασία του κιτς στα κείμενά του τροφοδοτούνται από τις τραγελαφικές προσποιήσεις της μικροαστικής Eλλάδας που αυτοδιογκώνεται από μια ανεξήγητη μεγαλειομανία, που πιστεύει ότι οπωσδήποτε λέει κάτι, μόνο και μόνο επειδή μιμείται έναν μεγαλόσχημο λόγο. H απελπισία, η τραγικότητα που αυτή η αποπνιχτική κατάσταση και προϋποθέτει και δημιουργεί χαρακτηρίζουν την ποιότητα του παιχνιδιού και του εμπαιγμού σε πολλά κείμενα του Δημητριάδη, βασανίζουν τη γραφή του και την κάνουν τόσο ουσιαστική, τόσο παράδοξα ουσιαστική.

Δυο ακόμη φορές συνάντησα τον Δημητριάδη στο αστικό του Φοίνικα. Tην πρώτη απ’ αυτές μιλήσαμε και κοντά στη Σαρανταπόρου με άφησε πλουσιότερο μέσα μου απ’ ό,τι με βρήκε. Tη δεύτερη φορά, αφού είχαμε αποχαιρετιστεί και τον είχα αφήσει στη στάση, τον είδα να στέκεται λίγο πιο μπροστά από μένα στο ίδιο λεωφορείο. Tο πως βρέθηκε εκεί έφερε στον νου μου την ικανότητά του να υπερβαίνει το προσδόκιμο και εφικτό. Eξαιτίας του συνωστισμού δεν προλάβαμε να μιλήσουμε τη φορά αυτή. Eλάχιστα θύματα της βάναυσης αερολογίας περί υπογείου, περί υποθαλάσσιας αρτηρίας, περί τραμ.

Bασίλης Παπαγεωργίου

Till Daniel / Στον Ντάνιελ

Att se den du älskar
skickligt och lugnt närma sig
och ledigt bli lika bra som du i bordtennis,
och småningom bättre och bättre
för att oväntat snart lämna dig
långt bakom sig.

Vasilis Papageorgiou, på Daniels födelsedag, 10 mars 2010.

Βλέπεις αυτόν που αγαπάς
να πλησιάζει επιδέξια και ήρεμα
και με άνεση να γίνεται όσο καλός και συ στο πινγκ πονγκ,
και σιγά σιγά πολύ καλύτερος
ώσπου αδόκητα γρήγορα σε αφήνει
πολύ πίσω του.

Βασίλης Παπαγεωργίου, στα γενέθλια του Ντάνιελ, 10 Μαρτίου 2010.

Picture: Ocean and flowers, by Lo Snöfall.

Μαρί Σίλκεμπεργκ / Marie Silkeberg

Τρία ποιήματα από την ενότητα «To όνομα»

Τα γράμματα φτάσανε· λογοκριμένα, κομμένα
Μπορούσες να δεις τα μάτια του μεσ’ από τις τρύπες,
την άκρη του στόματος
Ή μήπως πρόκειται για σκοτάδι

Όχι. Καίει φωτιά εκεί
Το βλέμμα μιας γυναίκας, δεν διατρυπά κανέναν
Τον ακολουθεί όμως σε αχανείς ηπείρους
Ορέστη, φωνάζει, τον φωνάζει με τ’ όνομά του

*

Πολυαγαπημένε
Χαϊδεύουμε με το χέρι το πρόσωπο κάποιου
και ο κόσμος αλλάζει – ο πόθος τον καταλαμβάνει
Ξεδιπλώνεται. Ο κόσμος, ο πόθος
Χτίζει πόλεις

Μπορούμε να περιπλανηθούμε στους δρόμους του. Στα
κτίριά του από σκιά, στις σχολικές του αυλές,  στις περιφραγμένες του ώρες
Τελικά είναι πάντα τα δυνατά μπράτσα του εξαναγκασμού που τυλίγονται
που τυλίγονται γύρω από μια ασημένια μέση
Δίχως ηρωισμό, σίγουρα, αλλά ποτέ δίχως χρέος – η ζωή
Η σκηνή αδειάζει, ένα γκρίζο φως εισβάλλει
Έτσι παραμένεις στην πείνα μου
Έτσι παραμένω στον λιμό μου
Δική σου

*

Όλγα Μαρία, πολυαγαπημένη

Ναι, οι φλαμουριές –

Η φανταστική Οδησσός,
ο σκοτεινός υμέναιος

Αν μ’ έβλεπες –
εδώ ανάμεσα στις κορυφές των σημύδων

Εσύ δικό μου Ο
που τόσο δυσμενώς με αναζητάς

που όλη σου η περιφέρεια
έχει καεί

στην τροχιά των μαύρων ακτίνων

Η Marie Silkeberg γεννήθηκε το 1961 στο Γκλόστρουπ, στη Δανία. Ποιήτρια, δοκιμιογράφος, μεταφράστρια και καθηγήτρια δημιουργικής γραφής στο πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ. Ζει στη Στοκχόλμη. Τα ποιήματα που παρουσιάζονται εδώ προέρχονται από τη συλλογή Imorgon, och imorgon, Αύριο, και αύριο, 1997. Η συλλογή είναι αφιερωμένη στον Έλληνα παππού της από τη μεριά του πατέρα της, τον Ορέστη Σωκράτη που γεννήθηκε στο Ροστόβ το 1888 και πέθανε στη Στοκχόλμη το 1947. Το επίθετό του ήταν Σβορώνος. Οι μεταφράσεις δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Helios: The voice of three seas, 1, Rhodes 1999. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.

Grekiska epigram

Carl Fredrik Hill, a portrait by Lo Snöfall, oil on canvas.

Inledning och översättning

Vasilis Papageorgiou och Magnus William-Olsson

(Aftonbladet, lördag 10 juni 2000)

I den antika grekiska litteraturen möter man inte sällan föreställningen om att dikten härstammar från det gudomliga. Såväl Illiaden som Odysséen börjar exempelvis med ett anrop till muserna om att använda skalden som medium. Men vid sidan om diktens mystiska, kultiska och metafysiska historia, löper en annan och lika kraftfull – den som handlar om brukbarhet. Dikten som verktyg för ett eller annat; sångleken, kärleksförklaringen, fest- och bröllopsdikten, kort sagt den sorts dikt som människor gjort bruk av då de egentligen varit upptagna av annat.

I denna tradition kan man, åtminstone delvis, placera epigrammet. Det grekiska ordet betyder ursprungligen inskrift, det som är skrivet på något, på en hård yta, en sten. Och när genrens föds på sjuhundratalet före Kristus handlar det också om inskrifter på gravstenar, på statyer eller på offergåvor. Det är alltså från början dikter med en funktion. De berättar om den döde, eller om givaren. På ursprunget faller också formen, som av praktiska skäl måste bli relativt kort och som just därför ger utrymme för en betydande metrisk och formell komplikation. Inskriftens allt överskuggande syfte är ju att bestå. Och av en kort text som gör anspråk på att bestå krävs en hög komplexitet för att den inte skall bli banal och ointressant med tiden.

I början var epigramförfattarna anonyma. Den som talar i epigrammen är vanligen inte författaren utan den döde eller givaren. Som vore inskriften en sorts pratbubbla över en förlust, en frånvaro och på samma gång ett vittnesbörd om skriftens triumf över ögonblicket och döden. Många nutida författare och tänkare har också påpekat och problematiserat det faktum att epigrammet, och epitafiet (gravskriften), hör samman med skriftens begynnande kolonisation av den grekiska kulturen och tanken. Minnet var inte längre lika beroende av traditionen, när det kunde fästas i skrift. Tillägnelsen (skriftläsandet) blev en viktigare minnesakt än utsägandet (berättandet), vilket vissa menar kom att få en avgörande mentalitets- och kulturhistorisk betydelse.

Ganska snart blev epigrammet dock en poetisk genre bland andra. En genre som var livaktig ända in på 500-talet efter Kristus. Från Klassisk tid, över Hellenistiskt, Romersk och Bysantinsk tid rinner en rad av varierande epigram, som alla behållit den korta formen och oftast även den elegiska versen, det s.k. elegiska distichonet som i sin grundform består av en hexameter följd av en pentameter.

Denna märkvärdigt homogena tradition har genom tiderna samlats i flera antologier. Den första anses vara gjord av den betydande epigrammisten Meleagros (ca 140-170 f. Kr.). Men de två viktigaste, och de som vi främst hämtar vår kunskap om genren från är Maximos Planudes (ca.1260-1310) stora antologi och framförallt den Pallatinska antologin som upptäcktes kring 1590, men som bör ha tillkommit någon gång i början av 900-talet. De två sistnämnda antologierna rymmer sammantagna (de återger i stor utsträckning samma texter) närmare fem tusen epigram, av mycket skiftande kvalitet och kynne. Här kan man finna allt ifrån allvarliga hyllningar av döda hjältar, till sanslöst fräcka epigram om de erotiska företrädena hos älskare och älskarinnor, allt ifrån filosofiska djupsinnigheter till råa vitsar. Sammantagna ger de dock en bild av mänskligt liv i passion, sorg, lust, hat, glädje, förtvivlan och lovsång som saknar motstycke i den västerländska litteraturens äldre historia. Människor som varit döda i tusentals år kommer en plötsligt till mötes rakt ur sin vardagliga kamp med existensen. Man känner igen sig bland dem, med ungefär samma frekvens som man känner igen sig i dem man möter på gatan eller på bussen på väg till jobbet.

Ja, epigrammet, inskriften, pekar till sist på sig själv som funktion. Dessa texter har förmått bära sina länge sedan döda genom tiden och låter dem återuppstå var gång en ny läsare rör vid texten med blicken. De visar oss skriftens särskilda gravskick, som syftar till att övervinna döden. Den som blott jordas i människors minnen, som det heter i Gamla testamentet, han dör med sina minnesbärare. Men den som jordas i skriften, den beständiga, han lever så länge någon – vem och var som helst – ännu kan läsa och tyda hans grav.

I de här tolkningarna har vi valt att avstå från metern. En annan gång kan vi komma att välja annorlunda. Vi har, i det här sammanhanget, sett betydelse- och tontrohet som viktigare än det metriska och formella raffinemang som epigrammen ofta också visar prov på.

*

Ditt ben, Nikandros, har fått hår! Se upp
så att det inte också sker din stjärt.
Och så blir du varse bristen på älskare. Nej, tänk
redan nu på hur kort din ungdom varar.

Alkaios från Messene (levde under 200-t f. Kr.)

*

Jag älskade. Jag kysste. Lyckad var jag, framgångsrik. Är älskad ännu.
Men vem jag är, och hon, och hur – vet blott gudinnan.

Okänd författare (trol. tillkommet någon gång under de första fem seklerna e. Kr.)

*

Av kärleken blev Heliodoras nagel stark och vass,
ty hon river sig ända in till hjärtat.

Meleagros (f. ca. 140 f. Kr. d. ca.70 e. Kr.)

*

Kytherea själv knöt upp den ljuvliga gördeln över brösten
och gav den, Ino, åt dig, som din egen, att du med
sinnestrollande kärleksvätskor alltid skall kunna tämja män;
Och så har du använt dem bara på mig.

Antifanes från Makedonien (levde trol. kring åren för vår tideräknings början)

*

Medtävlarna reste detta äreminne över boxaren Apis,
för att han aldrig förmådde skada någon.

Lukillios (levde under första seklet e. Kr.)

*

Äpplet kastar jag till dig. Älskar du mig i ditt hjärta
tar du emot det och ger av din jungfrudom.
Men tänker du, som jag hoppas att du inte tänker
tar du emot det och grubblar över kortlivad skönhet.

Platon (f. 427 f. Kr., d. 347 f. Kr.)

*

Tapper i strid var Timokritos. Det här är hans grav.
Krigets gud skonar inte de bästa, utan de fega.

Anakreon (f. ca 570 f. Kr.)

*

Hjältemodets härold, de odödligas uttolkare.
Sol efter solen i grekernas liv.
Musernas strålglans, världsalltets oförgängliga mun, Homeros,
har den vågslagna sanden, o främling, begravt.

Antipatros från Sidon (200-t. f. Kr.)

*

En gång lekte jag med sexiga Hermione.
O pafiska gudinna, en färgrik gördel av blommor
bar hon med guldbokstäver runt om. Där stod: ”Älska mig
och var inte ledsen om jag tillhör en annan”.

Asklepiades (f. ca. 230 f. Kr.)

*

Här ligger jag, Timokreon från Rhodos, efter att ha ätit mycket,
druckit mycket och snackat mycket skit om folk.

Simonides från Keios (f. 556 f. Kr. d. 468 f. Kr.)

*

Inget är skönare än kärlek. Allt ljuvligt överträffar den.
Jag har till och med spottat honungen ur munnen.
Nossis säger detta: Den Kypris inte kysst, hon skall åtminstone
aldrig lära känna vad sorts blommor rosor är.

Nossis (tidigt 300-talet f. Kr.)

*

När Diophon, den avundsamme, såg att grannen korsfästs
på ett högre kors, rann livet ur honom.

Lukillios

*

Efter att ha ätit lite, druckit lite och lidit mycket sjukdom
dog jag äntligen. Dra ni åt helvete allihop!

Okänd författare eller Simonides från Keios

*

Kläderna kasta, min ljuva. Låt nakna lemmar röra vid
nakna lemmar, flätade i varandra. Inget
skall finnas emellan oss, Som Semiramis mur
tycks mig din tunna klädnad. Låt bröst
och läppar förenas: Och begrav resten i tystnad.
Jag hatar oprecist sladdriga tungor.

Paulos Silentarios ( 500-talet e. Kr.)

*

Förtvivla! Vad skall jag säga först, och vad sedan?
Förtvivla! I smärtans innersta detta: du finns inte mer.
Åh, underbara kvinna, främst var i skönhet din kropp,
främst i godhet ditt hjärta.
Prote, ditt namn talade sanning. Ty i ljuvhet,
oefterhärmlig, stod ingen framom dig.

Krinagoras (levde kring åren för vår tideräknings början)

*

Noter: 1. Kypris är ett annat namn för Afrodite. 2. Rosen är Afrodites blomma 3. Uttrycket pafiska gudinna syftar på Afrodite. 4. Kytherea är ett annat namn för Afrodite. 5. Uttrycket Semiramis mur syftar på en drottning som omgärdade Babylon med murar. 6. Namnet Prote betyder “den första”.

Swedish-Greek Poetry Meeting

The meeting would have taken place the 15 of December 2009 at the Acropolis Museum in Athens. The event was inexplicably and authoritatively cancelled by the Greek Ministry of Culture and Tourism, despite the fact that everything was organized in time by the Swedish-Greek Cultural Committee and preparations were in the final stage.

Swedish Poets

Eva Ström
Jenny Tunedal
Magnus William-Olsson

and Peter Curman

Greek Poets

Pavlina Pampoudi
Titos Patrikios

Translation into Greek by Vasilis Papageorgiou
Translation into Swedish by Vasilis Papageorgiou and Lo Snöfall
Photographs by Lo Snöfall

Eva Ström / Εύα Στρεμ

Τ ο  σ κ ο τ ε ι ν ό  α λ φ ά β η τ ο

Ω, διάβασέ το, διάβασέ το
το σκοτεινό μου αλφάβητο
πριν εξαφανιστεί
είμαι γραφή που χάνεται

διάβασέ με όσο ακόμη είμαι λέξεις
διάβασέ με όσο ακόμη είμαι κώδικας

Οι λοβοί μου δημιουργήθηκαν κάποτε
για κεραυνοβόλο ακαριαίο έρωτα
Εμπρός, αγάπησέ με
νουκλεοτίδιο προς νουκλεοτίδιο

Έτσι με διαβάζει ο θάνατος
έτσι με διαβάζει ο έρωτας
νουκλεoτίδιο προς νουκλεοτίδιο

Πίστεψέ με μπορώ να το κάνω
Μπορώ να πλάσω τον κόσμο
Μπορώ ν’ αναστηθώ από τη λάσπη
διαβασμένη μέχρι διάλυσης,
διαμελισμένη,
νεκρή
μπορώ να ζήσω έτσι.

*

Η  γ λ ώ σ σ α

Υπήρχα ήδη όταν γεννήθηκες, και ήμουν πιο μεγάλη από εσένα
μπορούσες να με πλησιάσεις βαθμηδόν μόνο
μπορούσα να σ’ εγκαταλείψω ακριβώς τότε που με χρειαζόσουν
πράγμα που σ’ έκανε έξαλλο και ανελέητο
πάντα όμως επέστρεφα, απρόσμενη,
δεν με έλεγχες

Κι ωστόσο υπήρχα μέσα σου εξαρχής
σαν δυνατότητα σαν λειτουργία
ήσουν πάντα αναγκασμένος να με εφευρίσκεις
όποτε δεν πίστευες στις αισθήσεις σου
και πάντα ήθελες να μ’ έχεις μαζί σου σε όλες σου τις εμπειρίες
λες και ποτέ δεν τολμάς να πας κάπου μόνος
λες και δεν πιστεύεις τίποτε και κανέναν
αν δεν είμαι μαζί σου

Προσπαθώ να είμαι υπομονετική, φεύγω στις πιο
άθλιες αποστολές
υπομένω κακουχίες, πενιχρή τροφή
μερικές φορές με κλειδώνουν σε απόλυτο σκοτάδι
κι ωστόσο όλοι περιμένουν νέα μου.

Κι εγώ επίσης δεν αντέχω την κακοποίηση, ακόμη κι εγώ χρειάζομαι έρωτα.
Όταν μ’ εγκαταλείπουν εγώ δεν πάω ποτέ πουθενά.
Ίσως δεν είμαι εκεί που με άφησαν την τελευταία φορά
ακόμη κι εγώ μπορώ να μεγαλώσω μέσα σ’ ένα καλοκαίρι, σ’ έναν χρόνο.

*

Ή θ ε λ α  μ ό ν ο  ν α  β ρ ί σ κ ο μ α ι  μ έ σ α  σ τ ο  κ ό κ κ ι ν ο

Ήθελα μόνο να είμαι μέσα στο κόκκινο
Ήθελα να κολυμπώ – να είμαι μέσα στο κόκκινο
Ήθελα να ονειρεύομαι – να κολυμπώ μέσα στο κόκκινο
Ήθελα να είμαι μέσα σε κόκκινα όνειρα

Ήθελα μόνο να εκδιώξω το κόκκινο
Ήθελα μόνο να αποβάλω σαν αίμα το κόκκινο
Ήθελα μόνο να συγκεντρώσω το κόκκινο
Ήθελα μόνο να αιμοσφαιρίσω στο κόκκινο

Ήθελα μόνο να συγκεντρώσω το κόκκινο
Ήθελα μόνο να επιλέξω το κόκκινο
Ήθελα μόνο να ξεπλυθώ από το κόκκινο
Ήθελα μόνο να μοιράσω το κόκκινο.

Jenny Tunedal / Γέννυ Τούνενταλ

Η  σ υ γ ν ώ μ η  δ ε ν  ε ί ν α ι  τ ο  τ έ λ ο ς  τ η ς  α μ ν η σ ί α ς

Τα λόγια της δηλώνουν την ιδιαίτερη απόσταση μεταξύ τους.
Κατόπιν μπορεί κανείς να προσανατολιστεί στον χώρο.
Δεν υπάρχει καμιά κοινή νύχτα.
Αυτό που ρέει είναι το νερό και το φως (από άστρα).
Το δωμάτιο συνεχίζει να βυθίζεται στο σκοτάδι και να διαλύεται ασαφώς.
Ο ήλιος συνεχίζει ν’ ανοίγει χώρους ανάμεσα στα σπίτια των άλλων.
Μοιάζεις ανίσχυρο νερό με τον ουρανό να πιέζει την επιφάνειά του.
Μόνο μια λάμπα μπορεί να είναι τόσο ήρεμη και κιτρινωπή.
Και η σκιά είναι φως δίχως προθέσεις, χαμογελώντας, απεγνωσμένα.
Δες αν υπάρχουν πια ορίζοντες και πιο μαύρα πουλιά, που τους διασχίζουν.
Το πρόσωπό σου, όχι όμως το σώμα, επέστρεψε στ’ αδέλφια μου και στις χειρονομίες.

*

Έ ν α  ά λ λ ο  σ ύ ν ν ε φ ο.

Έ ν α  ά λ λ ο  σ ύ ν ν ε φ ο,  π α ν ό μ ο ι ο

Σαν επανάληψη.
Σαν κάτι ξένο και σαν διαφορά.
Μια νέα κόμμωση, αλλά χωρίς πόνο.
Το μαύρο στα μάτια, μαύρο από μολύβι, παλιά σημάδια, μαρκαδόροι.
Μόνο κατά τη χρήση του χαλαρώνει κάτι πραγματικά.
Δεν συζητάμε κάποιες αποφάσεις, δεν επικρίνω τον ύπνο σου.
Επιφέρει αδυναμία η αστραφτερή άμμος.
Δεν υπάρχει άμμος στον ύπνο, τα ίχνη πάνω στα άσπρα ίχνη χαράζουν χάρτες σε ερήμους.
Ένας διαρκής αμετακίνητος στρατός και η γης αποκαλείται εδάφη.
Θυμάμαι όλα όσα δεν είπες.
Μου το λες για να με παρηγορήσεις.

*

Ε π ε ι δ ή  η  θ λ ί ψ η  δ ε ν  ε ί ν α ι  α ν η σ υ χ ί α

Ποια ακριβώς ρούχα κάνουν τα χέρια της πιο όμορφα.
Δεν μπορώ ν’ απαντήσω στην ερώτηση τι απομένει.
Δάκρυα, είπε η χαρούμενη φωνή στον δρόμο.
Εκείνη τότε έγειρε προς τα εμπρός και τον φίλησε.
Ήταν όλα ροζ και πολύ κοντά.
Μεταξωτό ύφασμα αρπαγμένο απ’ τα χέρια κάποιου, τόσο άσπρα γύρω από σφιχτά μπράτσα, δίχως αγκαλιές, ριχτό, διαπεραστικό άσπρο, διαπεραστικά χέρια ανοιχτά, τα χέρια αποδίδουν το κεφάλι, ένα σύννεφο που τρώει ένα άλλο σύννεφο, αδελφικά.
Ένα ύφασμα που μοιάζει τους όρους της.
Πτυχές που αποδίδουν τη θέση του κεφαλιού.
Το φως πέφτει και κομματιάζεται σχεδόν δίχως βάρος.
Δεν έχει σημασία πως πέφτει το φως.
Το φως πέφτει πάνω στο αδύναμο στόμα της και τ’ απλωμένα χέρια του, στο μέρος αυτό και σε άλλα, στα κρύα φωτεινά πρόσωπά μας, που μοιάζουν το ένα το άλλο όπως κάθε πόλεμος μοιάζει με πόλεμο.

Magnus William-Olsson / Μάγκνους Βίλλιαμ-Ούλσσον

Ε γ ώ  ο  ί δ ι ο ς

06 11 60

Γεννήθηκα
γεννήθηκα στον αστερισμό του ορόσημου
Το σημείο της δημιουργίας μου
κλείνει συσπειρώνεται

Στο κέντρο του υπάρχει ένας καθρέφτης

Αναπαύομαι συμμετρικά ανάμεσα στα σημεία
Ισορροπώντας στο κενό
του ορόσημου·

άσπρο και ξε-
κάθαρο

σαν ομίχλη

*

( Μ ν η μ ο σ ύ ν η )

Η φροντίδα της επιδερμίδας, Μνημοσύνη
όταν ξεραίνεται στον ήλιο
Οι μικρές ρωγμές γύρω από τον πρωκτό – με λάδι
Βλέφαρα και βουβώνας, όλα φιλημένα σκασμένα πριν από λίγο

Η φροντίδα της επιδερμίδας και η προστασία της από τις πληγές
Επουλωμένα με λάδι, με αλοιφή και αμυγδαλέλαιο τα εξανθήματα και οι ρωγμές και οι πληγές που ανοίγουν στο δέρμα σαν νερομάνες, άστρα, έντομα

Ήρθαν για να πιουν, και τώρα κρέμονται σαν τσαμπιά γύρω από τις άκρες των ματιών. Πηγές υγρών στη μύτη και στις άκρες του στόματος. Ακόμη και οι πιο μικροί μπορούν να ξεδιψάσουν

Το παιχνίδι του βλεννογόνου υμένα. Μικρά αιχμηρά πόδια του κερατοειδή χιτώνα

Το σεληνιακό σου δέρμα, Μνημοσύνη
η πληγωμένη επιθυμία σου

*

( Κ α λ λ ί μ α χ ο ς )

Με φαντάζομαι να χαϊδεύω με τρία δάχτυλα, μετά να πιάνω τα μαλακά, συνεσταλμένα αρχίδια του και να τον φιλώ από τέτοια αδιάντροπα πλεονεκτική θέση. Η άκρη της γλώσσας πάνω στα χείλια
και μετά αφήνω την άκαμπτη γλώσσα να διαπεράσει τη στοματική κοιλότητα, να εισχωρήσει βαθιά στο λαρύγγι

Αν όμως αυτός είμαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ;
Αν αυτός είναι κύριος κι εγώ δούλος του;
Αν εγώ είμαι η σκιά του, το όνειρό σου ή η δική μου αχαλίνωτη επιθυμία μπροστά στον καθρέφτη;

Ω, ερωτική έκσταση!
ουκέτι μακρά λέγω

Peter Curman / Πέτερ Κούρμαν

T i m e o u t

Όταν η ζωή αρχίζει να παραλύει απ’ τη ρουτίνα
είναι καιρός για ένα timeout –
καιρός να γίνει κανείς απρόσιτος σε τηλέφωνα και φαξ,
να κλείσει το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο.
Ή να πει ό,τι και ο Γκούνναρ Έκελεβ: ”Non serviam”,
δεν σε υπηρετώ!
Βρες μου ένα καλύτερο μέρος για timeout
από το σπίτι της Αριάνε Βάλγκρεν στην πλαγιά της Ακρόπολης, στην Αθήνα
δυο βήματα από τον ίδιο τον Παρθενώνα!
Εδώ περνώ τώρα τις μετρημένες μέρες μου.
Μη νομίζεις ότι είμαι εδώ για να γράψω λογοτεχνικά αριστουργήματα
– τέτοια όνειρα δεν συνάδουν με το timeout.
Πάνω στο γραφείο μου βρίσκονται σωροί με άγραφα ποιήματα.
Τα πονήματα δεν είναι παρά πόνοι για μένα.
Πρωινή ιεροτελεστία: να τρώω πρόγευμα στη βεράντα,
να ψήνω καφέ, να κόβω ψωμί, να βάζω στο τραπέζι φέτα και ντομάτες, ελιές.
Ν’ ακούω μετά τις πρωινές ειδήσεις που κρατούν καλά ως τις εννιά.
Κατόπιν κάποιο μουσείο ή βόλτα για ψώνια.
Σκάλες, πάνω, κάτω, και πάλι σκάλες:
Νιώθω την Αθήνα στα πόδια μου,
η Αθήνα με πονά στα γόνατά μου
κάθε της πέτρα στα κόκαλά μου.
Αγαπημένη, όμορφη, αυστηρή Αθήνα!
Διαβουλεύομαι έντονα με τον εαυτό μου για διάφορα πράγματα
και με τον τουριστικό οδηγό του Φρόμμερ στην τσέπη
περιφέρομαι στην Πλάκα και το Κολωνάκι
και βλέπω κάθε αξιοθέατο.
Μεγάλη η χαρά μου να περιπλανιέμαι στην πόλη αυτή!
Ή με τον υπόγειο να ταξιδεύω πίσω στην αρχαιότητα.
Ακόμη και κει κάτω στα βάθη σκέφτεται κανείς τον Παρθενώνα
που φωταγωγημένος φυλά την πόλη τη νύχτα.
Μεγάλη η αμερικανική ατίμωση στο WTC,
ένα τζάμπο τζετ όμως ίσια πάνω στον Παρθενώνα!
Θα ήταν σίγουρα καρδιακή προσβολή ιστορικών διαστάσεων!
Έτσι δεν είναι, μπιν Λάντεν;
Όμως οι ανθεκτικές Καρυάτιδες σέρνουν ακόμη πίσω τους τη συλλογική μας μνήμη
όπως σέρνω κι εγώ τη ζωή μου
σκοντάφτοντας εδώ και κει ανάμεσα στις κολώνες
και προσπαθώντας να θυμάμαι να μη ξεχάσω αυτά που βλέπω

Pavlina Pampoudi / Παυλίνα Παμπούδη

K o n s t h a n t v e r k a r e n

Konsthantverkaren, utvisad i den sandiga tiden mellan det förflutna och framtiden, plågas av sin dubbla natur. Han är en varelse med människans heder och Guds plikt. Med kulans begär och villebrådets minne. På en ängels gata och i en spindels bo. I klippans skuld och havets ånger.
För envåldshärskarens ära och maskens förmåner. För ett liv som vind och eldens död.

Konsthantverkaren avtjänar sitt liv. Inspärrad i det skälvande vita utanför spektrumet.
Främst väggar runtomkring. Mer än dubbla jämfört med dem som bestämmer platsen. Förutseende okända dimensioner.

En projektion färdas mycket fort på väggarna. Obegripliga bilder i oavbruten
succession. Otaliga händelser och variationer, universella och obetydliga.
Allt händer samtidigt, allt har innebörd, konvergerar.

På vänstra sidan ett bord. På bordet bördiga papper, i vilka det förflutnas idisslare
utan att ana någonting ingenting betar.
Under bordet ett annat spöke. Hunden som ingenting vaktar morrar mot aldrig.
Vaken observerar han med de dödas tusen ögon.

Där framme en trästol. Konsthantverkaren använder den som en extra lem att stödja sig
på. Medan hans medvetande i gudomliga virvlar, mil efter mil, orytmiskt korsar
den svindlande öknen av mänskligt damm.

På högra sidan en orörlig storm som förtätar tomrummet. Osynlig arbetar den tredje
ödesgudinnan. Än så länge är Verket synligt bara i skiljetecknen. Främst pauser och
mörker. Dess verkliga omfattning bortom detta liv.
Inom kort skall det skänkas till konsthantverkaren.

*

D i k t

Att fatta det ofattbara, förgäves

Det är vilt
Den andre jägarens rop inombords,
Lockbete, hunger, villebråd
Fälla, det är jag

Vad ser jag nu, vad tittade på mig,
Vad besitter mig, vad brottas jag med?

Att fatta det ofattbara, förgäves:
Dikt

*

D i k t e r

Fåglarnas sneda fotspår
Hieroglyfer
I sanden
Dikter

Upprepningstecken
Upprepningstecken
Upprepningstecken

Vind

Titos Patrikios / Τίτος Πατρίκιος

L a b y r i n t e n s  h i s t o r i a

Sedan Theseus dödade Minotauros
lämnades labyrinten åt sitt öde, vakterna avskedades
med tiden störtade taket ner
de fruktansvärda korridorerna uppdagades
salarna där tortyr och antropofagi ägde rum
valvgångarna med de dolda uppfinningarna
de nergrävda skatterna
väggarna rasade ner, det blev bara spår kvar
av invecklade mönster på marken.
Men man har aldrig slutat bygga liknande labyrinter,
mörka konstruktioner med nytt material
med nya monster, offer, hjältar, härskare,
överhuvudtaget skapar man labyrinter med ord
varje år går nya kullar in i dem
pojkar och flickor, både rädda och djärva
inför fällorna, falluckorna, blindgatorna
med ambitionen att återskapa och spela
det gamla dramat anpassat till nya situationer
genom att ge huvudrollerna samma namn
Minoas, Pasifae, Minotauros, Ariadne,
Daidalos, Ikaros, Theseus.

*

T å g a v g å n g a r

Å avgång
med det förborgade hoppet om en förlängning
med den uttryckta önskan att resa hem
med mycket bagage, att som ett tecken lämna kvar
en handväska, en säck, en resväska
på varje station man kommer fram till –
det blir lättare så att ta nästa tåg
lättare fortsätter man resan
men småningom upptäcker man
att ens spår blir alltmer svaga bakom en
att man kanske till slut inte kan hitta dem igen
så som man ibland inte kan hitta kvittot
från bagageinlämningen.

Å avgång
med tillönskningar och förhoppningar
trots de oförutsebara ändringarna
i tågtidtabellerna.

*

Å r e t r u n t b l o m m a n d e  r o s o r

Skönheten hos de kvinnor som har ändrat våra liv
djupare än hundra revolutioner
försvinner inte, vissnar inte med åren
hur mycket fysionomierna än slits
hur mycket kropparna än förfaller.
Den finns kvar i längtan som de en gång framkallade
i orden som kom fram om än sent
i utforskandet av köttet utan någon säkerhet
i dramerna som aldrig blev offentliga
i separationernas avspeglingar, i de fullständiga identifikationerna.
Skönheten hos de kvinnor som förändrar livet
finns kvar i dikterna som skrevs för dem
åretruntblommande rosor som avger sin egen doft
åretruntblommande rosor, precis som poeterna säger i evighet.

Βασίλης Παπαγεωργίου, Στιγμές θέρους

exlibris by Lo Snöfall

exlibris by Lo Snöfall after a drawing by Daniel Olovsson

Σ Τ Ι Γ Μ Ε Σ   Θ Ε Ρ Ο Υ Σ

Πρόσωπα
Η Θεανώ γύρω στα τριάντα. Η Ιωάννα, φίλη της Θεανώς, γύρω στα τριανταπέντε. Ο Νίκος και ο Θωμάς γύρω στα τριάντα.

Ευρύχωρη αυλή μεγάλης αγροικίας. Δέντρα, ψηλό χορτάρι. Σε μια άκρη αυτοκίνητα και γεωργικά μηχανήματα. Καλοκαίρι, απόγευμα. Στη μια μεριά της πρόσοψης η Θεανώ και η Ιωάννα όρθιες. Στην άλλη μεριά οι δυο άντρες καθισμένοι σε μια πέτρα.

ΘΕΑΝΩ Έρχονται απ’ όλα τα μέρη του κόσμου.
ΙΩΑΝΝΑ Τώρα δεν μπορείς πια να πεις από τα πιο απίθανα μέρη του κόσμου.
ΘΕΑΝΩ Μπορείς όμως να πεις ότι έρχονται από κει που δεν το περιμένεις. Ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να είναι και ο γείτονάς σου.
ΙΩΑΝΝΑ Αλλά δεν θα είναι. Κανείς δεν είναι γείτονας πια.
ΘΕΑΝΩ Έρχονται και φεύγουν την ίδια στιγμή.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν σταματούν καθόλου.
ΘΕΑΝΩ Δεν αναπαύονται καθόλου. Ούτε αυτοί, ούτε εμείς.
ΙΩΑΝΝΑ Μόνο που εμείς δεν έχουμε ανάγκη από ανάπαυση.
ΘΕΑΝΩ Α, ευτυχώς, ευτυχώς.
ΙΩΑΝΝΑ Αυτές οι λέξεις φαίνονται εντελώς δικές σου όταν τις λες. Βγαίνουν από μέσα σου με φυσικότητα που εκπλήσσει και σένα την ίδια.
ΘΕΑΝΩ Μόλις βγαίνω από την πόλη σταματώ μπροστά μπροστά στο φανάρι.
ΙΩΑΝΝΑ  Ποιο φανάρι;
ΘΕΑΝΩ Εκεί έχει μόνο μια διασταύρωση.
ΙΩΑΝΝΑ Πού ακριβώς είναι αυτή;
ΘΕΑΝΩ Εκεί που στρίβει για τη γέφυρα του Ρίο.
ΙΩΑΝΝΑ Έχει φανάρια κι εκεί;
ΘΕΑΝΩ Μέσα στη ζέστη και τα αιωρούμενα σωματίδια.
ΙΩΑΝΝΑ Πήγαινες για Πάτρα;
ΘΕΑΝΩ Όχι, για Πάργα. Προς Μεσολόγγι.
ΙΩΑΝΝΑ Μέσα στη ζέστη;
ΘΕΑΝΩ Στεκόταν κάτω από τον καυτό ήλιο.
ΙΩΑΝΝΑ Ποιός στεκόταν;
ΘΕΑΝΩ Γιατί στέκεσαι μέσα στη ζέστη; ”Είμαι ζητιάνος.” Μέσα στη ζέστη; ”Είμαι ζητιάνος.” Κρατούσε ένα παλιό ακορντεόν.
ΙΩΑΝΝΑ Έπαιζε μέσα στη ζέστη;
ΘΕΑΝΩ Το κούναγε πέρα δώθε. Δεν έβγαινε ήχος. Ο ήλιος ψήνει. ”Δεν νιώθω τίποτε.” Δεν ένιωθε τίποτε.
ΙΩΑΝΝΑ Τι του έδωσες;
ΘΕΑΝΩ Δυο ευρώ.
ΙΩΑΝΝΑ  Μόνο δυο ευρώ;
ΘΕΑΝΩ Τι να του έδινα;
ΙΩΑΝΝΑ Πέντε, δέκα, είκοσι ευρώ.
ΘΕΑΝΩ Το σκέφτηκα και γω, αλλά τότε είχα ήδη απομακρυνθεί αρκετά χιλιόμετρα.
ΙΩΑΝΝΑ Τι άλλο σου είπε;
ΘΕΑΝΩ Δεν είπε τίποτε και δεν είπα τίποτε. Πήρε ώρα να ανάψει το πράσινο. Πρόλαβα έτσι και του έδωσα ένα όνομα.
ΙΩΑΝΝΑ Τον είπες ”Ο άνθρωπος με το βουβό ακορντεόν”.
ΘΕΑΝΩ Όχι, σκέτο. Το βουβό ακορντεόν. Τον βρήκα ύστερα από λίγες μέρες τυχαία στο Youtube. Έπαιζε βουβά το όργανό του εκεί που τον είχα συναντήσει με τον ήλιο από πάνω του. Του έγραψα ένα μέιλ σε μια διεύθυνση που βρήκα στο Google και απάντησε αμέσως με τη διεύθυνσή του στο Skype. Από τότε μιλάμε συχνά. Μου παίζει βουβό ακορντεόν στο Skype. Με γοητεύουν τα χέρια του. Παίζει ώρα και γω έχω τα μάτια μου καρφωμένα στα δάχτυλά του.
ΙΩΑΝΝΑ Απαλά χέρια γοητεύουν και μένα.
ΘΕΑΝΩ Ίσως τα χέρια του να μην είναι απαλά. Οι κινήσεις του είναι.
ΙΩANNA Έχω δει τοπία να κινούνται σαν χέρια, να ριγούν πρώτα και μετά να σαλεύουν ελαφρά. Έχω κινηθεί μαζί τους. Τοπία στη Σουηδία, όπου οι λόφοι χορεύουν καθώς οι αγελάδες μένουν ακίνητες και καταγράφουν. Μέσα στην απουσία απειλής.
ΘΕΑΝΩ Έχει τις κινήσεις ανθρώπου που δεν κουράστηκε ποτέ, που δούλεψε πολύ στη ζωή του και πάντα υπό κάθε είδους απειλή, αλλά δεν έδειξε ποτέ κούραση.
ΙΩΑΝΝΑ Λόφοι που σαλεύουν ρυθμικά.
ΘΕΑΝΩ Είναι χέρια χωρίς σκοπό.
ΙΩΑΝΝΑ Τα άγγιξες;
ΘΕΑΝΩ Στο Skype;
ΙΩΑΝΝΑ Στη Ναύπακτο.
ΘΕΑΝΩ Με άγγιξε αυτός.
ΙΩΑΝΝΑ  Όταν του έδωσες τα δυο ευρώ;
ΘΕΑΝΩ Όχι. Τότε δεν με άγγιξε καθόλου.
ΙΩΑΝΝΑ Πότε; Πριν ή μετά;
ΘΕΑΝΩ Πριν. Μετά.
ΙΩΑΝΝΑ Πριν ή μετά;
ΘΕΑΝΩ Πριν και μετά.
ΙΩΑΝΝΑ  Σε χάιδεψε;
ΘΕΑΝΩ Τα χέρια του ήταν πάνω στην άκρη.
ΙΩΑΝΝΑ Σε ποια άκρη;
ΘΕΑΝΩ Πάνω σε μια άκρη. Αυτό με άγγιξε. Σταματούσε μπροστά σε κάτι.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν ήξερε την επόμενη κίνηση;
ΘΕΑΝΩ Την ήξερε, αλλά την έκανε μετά από μικρό δισταγμό. Τα χέρια του έδειχναν να την ξέρουν. Δεν έδειχναν να φοβούνται.
ΙΩΑΝΝΑ Εσύ δεν φοβήθηκες;
ΘΕΑΝΩ Όχι, καθόλου. Ένιωσα οικειότητα, μεγάλη οικειότητα. Μέσα στη ζέστη, σε μέρος άγνωστο για μένα.
ΙΩΑΝΝΑ Στην Ελλάδα ήσουν.
ΘΕΑΝΩ Έβλεπα το ξερό χορτάρι στην άκρη της ασφάλτου, την ασήκωτη σκιά του αυτοκινήτου, τη σκόνη, τα άδεια κουτιά κόκα-κόλας. Ακίνητα μέσα στον καύσωνα. Όλοι καθηλωμένοι από την κάψα. Εκτός από τα χέρια του. Και τη διάθεσή μου.
ΙΩΑΝΝΑ Πώς αισθανόσουν;
ΘΕΑΝΩ Υπέροχα. Ελαφριά, αιωρούμενη πάνω από τον ιδρωμένο χρόνο. Δεν πίστευα ότι θα ερχόταν η επόμενη στιγμή, ότι θα ανάψει πράσινο. Μετά όμως άναψε πράσινο.
ΙΩΑΝΝΑ Αυτός τι έκανε όλο αυτό το διάστημα;

*

ΘΕΑΝΩ Κάτι με τυλίγει και με πιέζει ελαφρά. Θέλει να μπει μέσα μου. Θέλει να επιστρέψει μέσα μου. Σαν να το τραβώ άθελά μου μέσα μου.

*

ΙΩΑΝΝΑ Αυτός δεν θα διαλυθεί, όπως διαλύονται όλοι. Είναι ήδη διαλυμένος.
ΘΕΑΝΩ Τα χρώματα της διάλυσης τους μένουν μέσα μου. Οι αποχρώσεις αιωρούνται για λίγο στον αέρα όταν όλοι έχουν εξαφανιστεί.

*

ΘΕΑΝΩ Δεν θα κόψουμε το χορτάρι φέτος;
ΙΩΑΝΝΑ Φέτος ας το αφήσουμε να μεγαλώσει όσο θέλει.
ΘΕΑΝΩ Είναι υγρό και ψυχρό κοντά στις ρίζες. Θα παγώσουν τα πόδια τους.
ΙΩΑΝΝΑ Θα το κόψουμε αν το ζητήσουν οι ίδιοι.
ΘΕΑΝΩ Δεν θα προλάβουν να το ζητήσουν. Τα πόδια τους θα είναι ήδη παγωμένα. Όλο τους το κορμί θα είναι παγωμένο. Τα μάτια τους θα είναι παγωμένα. Από την ένταση.
ΙΩΑΝΝΑ Όσο πλησιάζουν η ένταση θα γίνεται ψύχος.

*

ΙΩΑΝΝΑ Θα περάσει κι αυτός από δω. Από τη ζέστη στο κρύο. Από την ένταση στο κρύο.
ΘΕΑΝΩ Αυτός δεν θα περάσει. Δεν χρειάζεται να κάνει αυτό το ταξίδι.
ΙΩΑΝΝΑ Τι άλλο σκεφτόσουν όσο ν’ ανάψει το πράσινο;
ΘΕΑΝΩ Για μια στιγμή σκέφτηκα αν παίζει ή όχι. Φαινόταν να παίζει, αλλά δεν άκουγα τίποτε. Σαν κάτι να απορροφούσε τον ήχο. Αν έβγαζε ήχο. Και μετά σκέφτηκα όλη τη χώρα έτσι. Να παίζει, όλοι να παίζουν χωρίς να ακούγεται τίποτε. Να μιλούν και να μην ακούγεται τίποτε. Να οδηγούν τα αυτοκίνητά τους, κάθε είδους μηχανή και να μην ακούγεται τίποτε. Κανένας να μην ακούει κανένα.
ΙΩΑΝΝΑ Σε τι θα βοηθούσε αυτό;
ΘΕΑΝΩ Δεν μπόρεσα να σκεφτώ περισσότερο. Άναψε πράσινο και ξεκίνησα.

*

ΘΕΑΝΩ Έρχονται και φεύγουν, έρχονται και φεύγουν.
ΙΩΑΝΝΑ Τη στιγμή αυτή είναι στον δρόμο. Θα τους έχουμε εδώ σύντομα.
ΘΕΑΝΩ Τι ξεχωρίζει αυτούς που έρχονται απ’ αυτούς που δεν έρχονται;
ΙΩΑΝΝΑ Τίποτε. Αυτοί που δεν έρχονται θα έρθουν κάποια άλλη φορά.
ΘΕΑΝΩ Ακούς τίποτε;
ΙΩΑΝΝΑ Όχι ακόμη.
ΘΕΑΝΩ Μπορεί να έχουν ήδη έρθει. Μπορεί να είναι κρυμμένοι μέσα στα χόρτα. Μπορεί να έχουν έρθει και να έχουν φύγει κιόλας.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν έχουν έρθει. Βρίσκονται στον δρόμο. Με κάθε βήμα που κάνουν μετριάζεται η σκληρότητά τους. Και είναι πολλά τα βήματα. Μερικοί δεν αντέχουν και χάνονται πριν φτάσουν. Εξαφανίζονται, ποιός ξέρει πού.
ΘΕΑΝΩ Θα εμφανιστούν κάπου αλλού.
ΙΩΑΝΝΑ Οι άλλοι όμως συνεχίζουν.
ΘΕΑΝΩ Και περνούν σε μια άλλη σκληρότητα.
ΙΩΑΝΝΑ Περνούν από την άρνηση στην κατάφαση.
ΘΕΑΝΩ Σε μια απαιτητική σκληρότητα. Ευλύγιστη, αλλά αμετάβλητη. Σαν να υπάρχει κάπου εδώ κοντά μια αόρατη μηχανή που παράγει κατάφαση, που φυλάσσει το σωστό μέτρο της, όπως φυλάσσονται σε κάποιο ίδρυμα σταθερά μέτρα και σταθμά. Σαν να την επιβάλλει ένας ζεστός αέρας που σε αναγκάζει να κάνεις μόνο το καλό.
ΙΩΑΝΝΑ Για ποιο πράγμα μιλάς;
ΘΕΑΝΩ Ένας αέρας που επινοεί ασταμάτητα τρόπους να ζεις με τη μια μόνο πλευρά της ηθικής. Μια σκληρότητα που δεν είναι καθόλου σκληρή.
ΙΩΑΝΝΑ Μιλάμε για ένα σαν.
ΝΙΚΟΣ (σαρκαστικά) Σαν ένα μεγάλο μουνί που επιβιώνει δίχως πούτσο. Που διευρύνεται χωρίς διείσδυση, όπου τη θέση του πούτσου παίρνουν αλλεπάλληλες συσφίγξεις του μουνιού γύρω από την αβρότητά του.
ΘΩΜΑΣ (το ίδιο σαρκαστικά) Μια σειριακή σύσπαση, ζεστή, απαλή.
ΘΕΑΝΩ Σε λίγο θα μας χτυπήσει το ωστικό κύμα.
ΙΩΑΝΝΑ Ίσως θα έπρεπε να απομακρύνουμε τα μηχανήματα.
ΘΕΑΝΩ Σαν μεγάλη κραυγή. Τεράστια, όσο και η απόκλιση που γεννά τον κόσμο.
ΙΩΑΝΝΑ Προσπάθησε να δεις στα μάτια όσο περισσότερους μπορείς.
ΘΕΑΝΩ Θα μας ζητήσουν νερό;
ΙΩΑΝΝΑ  Ίσως δεν μιλήσουν καθόλου.
ΘΕΑΝΩ Ελπίζω να μας ζητήσουν νερό.
ΙΩΑΝΝΑ Μπορεί να μην περάσουν ακριβώς από δω. Ίσως περάσουν από την κάτω μεριά του κήπου.
ΘΕΑΝΩ Θα έρθουν ως εδώ. Θα ανοίξουν την πόρτα του κήπου και θα σταματήσουν μπροστά μας.
ΙΩΑΝΝΑ Να τους κοιτάξεις στα μάτια.
ΘΕΑΝΩ Θα ζητήσουν νερό. Μπορεί να μείνουν για να φάνε μαζί μας.
ΙΩΑΝΝΑ Θα έρθουν και θα φύγουν, και μετά θα έρθουν άλλοι. Όλοι θα περάσουν από την αυλή μας.
ΝΙΚΟΣ (σαρκαστικά) Ανοίξτε τα πόδια σας.
ΘΩΜΑΣ Ανοίξτε όλες σας τις τρύπες.
ΘΕΑΝΩ Ακούγεται βουητό.
ΙΩΑΝΝΑ Είναι ήδη εδώ.
ΘΕΑΝΩ Τα μάτια τους λάμπουν.
ΙΩΑΝΝΑ Είναι υγρά.
ΘΕΑΝΩ Είναι δακρυσμένοι.
ΙΩΑΝΝΑ Από την υπερένταση.
ΘΕΑΝΩ Να ρωτήσω αν θέλουν νερό;
ΙΩΑΝΝΑ Ώσπου να ρωτήσεις έχουν φύγει κιόλας.
ΘΕΑΝΩ Αυτό ήταν όλο;
ΝΙΚΟΣ Αυτό ήταν όλο. Πέρασαν και έφυγαν. Σαν να μη μπήκαν μέσα. Σαν κάτι εξωτερικό. Σαν το στήθος σου. Ένα κόρφος που είναι μια εξωτερικότητα. Κανείς δεν μπορεί να μπει μέσα στα βυζιά σου. Ούτε αυτά μπορούν να μπουν πουθενά. Γεμίζουν το στόμα μου υποχωρώντας. Ούτε διαπερνούν ούτε διαπερνιούνται. Κρύβουν ό,τι φανερώνουν.
ΘΩΜΑΣ Τον εξαγριώνει αυτό και σε γεμίζει δαγκωματιές. Θέλει να μπει μέσα, γυρίζει γύρω από τις ρώγες σου, ζαλίζεται, γλιστρά και πέφτει.
ΘΕΑΝΩ Έχω πράγματα να κάνω. Δεν ξέρω από που να αρχίσω.

*

ΙΩΑΝΝΑ Γιατί τη λες σκληρότητα; Πού βρίσκεις σκληρότητα στο καλό;
ΘΕΑΝΩ Όχι στο καλό το ίδιο. Στο τι ασταμάτητα απαιτεί. Εκεί βρίσκω τη σκληρότητα. Ίσως να μην είναι καν σκληρότητα. Ίσως είναι μια απουσία. Η αυστηρή τήρηση της απουσίας. Η συνέπεια της τήρησης αυτής. Η υπομονή που γεννά τη συνέπεια. Ο πόνος της γέννας. Βουβός, διακριτικός. Σαν ένα υπόστρωμα.
ΘΩΜΑΣ Ω, το υπόστρωμα.

*

ΙΩΑΝΝΑ Ιδρώνω, ιδρώνω, ιδρώνω. Το σώμα μου ρουφά και αποβάλλει, ρουφά και αποβάλλει. Θέλει να λειτουργεί συνέχεια. Να νιώθει. Πήγες ως μέσα στο Μεσολόγγι;
ΘΕΑΝΩ Δεν μού ’κανε καρδιά να το πλησιάσω. Είχα διαβάσει για την υπάλληλο που την απόλυσαν επειδή έκανε καλά τη δουλειά της με τους καταπατητές.
ΙΩΑΝΝΑ Τότε θα έπρεπε να μην πλησιάζεις όλη την Ελλάδα.
ΘΕΑΝΩ Οδήγησα ασταμάτητα ως την Πρέβεζα.
ΝΙΚΟΣ Α, η Πρέβεζα.
ΘΕΑΝΩ Ψέματα. Σταμάτησα στην Αμφιλοχία.
ΘΩΜΑΣ A, η Αμφιλοχία.
ΘΕΑΝΩ Όλα ωραία μέρη να αφήσεις το σώμα σου να ταλαιπωρηθεί.
ΙΩΑΝΝΑ Τι σ’ έκανε να σταματήσεις στην Αμφιλοχία;
ΘΕΑΝΩ Η θάλασσα που έμπαινε στη στεριά. Μια εισχώρηση που ήταν μια διεύρυνση. Μια απαλότητα και μια σκληρότητα στο τοπίο. Και στους ανθρώπους. Σαν να ήταν ξεχασμένοι και για τον λόγο αυτόν ήταν το κέντρο του κόσμου.
ΙΩΑΝΝΑ Μίλησες με κάποιον εκεί;
ΘΕΑΝΩ Σταμάτησα να αγοράσω νερό.
ΙΩΑΝΝΑ Κάποτε θα έλεγες «σταμάτησα να πιω νερό».
ΘΕΑΝΩ Και σύντομα ίσως δεν θα σταματά κανείς καθόλου εκεί.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν θα σταματά κανείς καθόλου στην Ελλάδα.
ΘΕΑΝΩ Στην Ευρώπη. Οπουδήποτε.
ΙΩΑΝΝΑ Τι σου άρεσε στην Αμφιλοχία;
ΘΕΑΝΩ Ό,τι μου άρεσε και στην Πρέβεζα. Και στην Πάργα. Το ότι έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα από κει. Το ότι μπορούσα να φύγω. Ώσπου κόλλησα σ’ έναν στενό, θλιβερό δρόμο κατευθυνόμενη προς το κέντρο των Ιωαννίνων.
ΙΩΑΝΝΑ Α, η θλίψη των ελληνικών δρόμων.
ΘΕΑΝΩ Εσύ δεν θα σκεφτόσουν ποτέ έτσι.
ΙΩΑΝΝΑ Ίσως δεν σκέφτομαι καθόλου. Θα καθόμουν πίσω από το τιμόνι και θα περίμενα. Όσο πιο αναπαυτικά μπορούσα.
ΘΕΑΝΩ Θα ήθελα πολύ να σε είχα μαζί μου.
ΙΩΑΝΝΑ Πού ακριβώς σταμάτησες;
ΘΕΑΝΩ Μπροστά σ’ ένα κρεοπωλείο.
ΙΩΑΝΝΑ Α, μια καθημερινή στα Ιωάννινα σ’ έναν πολυσύχναστο δρόμο, μπροστά σ’ ένα κρεοπωλείο.
ΘΕΑΝΩ Όλα σκεπασμένα με σκόνη που γινόταν πιο μουντή από την απλωμένη νέκρα του μπετόν.
ΙΩΑΝΝΑ Και δίπλα στο κρεοπωλείο;
ΘΕΑΝΩ Ένα μαγαζί με φυσικά προϊόντα για το δέρμα.
ΙΩΑΝΝΑ Θα κατέβαινα και θα αγόραζα μια κρέμα για τα πόδια μου. Οι φτέρνες μου είναι εντελώς ξεραμένες.
ΘΕΑΝΩ Επειδή περπατάς ξυπόλυτη στα χόρτα.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν βγήκες καθόλου από το αυτοκίνητο;
ΘΕΑΝΩ Μ’ έπιασε απελπισία. Είναι μια απελπισία που με πιάνει μόνο σε τέτοιους ελληνικούς δρόμους. Και μετά σιγά σιγά γίνεται θλίψη, και μετά μελαγχολία και μετά χαλαρώνουν τα χέρια μου στο τιμόνι, τα πόδια μου γίνονται πιο ελαφρά, ακούω μικρούς θορύβους από γύρω και ψίθυρους, το σώμα μου θέλει να δώσει και να πάρει χωρίς ένταση, χωρίς επιδίωξη. Στο κρεοπωλείο μπήκε μια γυναίκα με μπλε σκούρα ρούχα, ένα ταγέρ κομψό, παλιό και σύγχρονο μαζί, ίσως από κάποια μπουτίκ στον ίδιο δρόμο, καλοραμμένα ρούχα που αποφεύγουν το πέρασμα των καιρών, βλέπεις παντού τέτοια, σε απόμερες γειτονιές στο κέντρο του Ελσίνκι ή στην Κρήτη. Ήταν γύρω στα εξήντα, είχε και άλλα ψώνια μαζί της σε μια πλαστική σακούλα. Και τότε στάθηκε για μια στιγμή ακίνητη, αλλά και ανήσυχη, σαν να ήθελε να είναι ειλικρινής, αλλά δεν μπορούσε, προσπαθώντας ξανά και ξανά με μια αγωνία που γινόταν όλο και πιο απαίσια.

*

ΙΩΑΝΝΑ Έχει μια ιστοσελίδα όπου δημοσιεύει μόνο συλλαβές, όχι γράμματα ή μεμονωμένες λέξεις ή σπασμένες λέξεις, αλλά συλλαβές. Ίσως όπως έκανε ο Καλλίας στην αλφαβητική του τραγωδία. Ένας ασταμάτητος τραυλισμός, μια κραυγή για ό,τι συμβαίνει ή έχει συμβεί.
ΘΕΑΝΩ Ζει, ζει, ζει τη ζωή της. Και τη ζωή των άλλων. Και ξεχνά, τα ξεχνά όλα. Και ό,τι μένει είναι ένα τεράστιο και διάχυτο ναι. Μια κρέμα από σκέψεις και αισθήματα και προθέσεις που αλείφεται στο σώμα της, στο πρόσωπό της, εισχωρεί στους πόρους της, στην καρδιά της.

*

ΙΩΑΝΝΑ Θέλεις να σβήσεις το πρόσωπό σου;
ΘΕΑΝΩ Θέλω να κρατήσω μόνο τη φωνή. Να βγαίνει από ένα κεφάλι δίχως πρόσωπο. Σε όλο το ταξίδι, από τη Θεσσαλονίκη στους Δελφούς και μετά στο Γαλαξίδι, στη Ναύπακτο, στην Αμφιλοχία, στην Πρέβεζα, στην Πάργα, παντού αισθανόμουν ντροπή και χαιρόμουν που ήμουν μόνη μου, επειδή δεν θα μπορούσα να δείχνω το πρόσωπό μου σε κανέναν. Τη ντροπή μου.
ΙΩΑΝΝΑ Σε είδαν όμως στα Γιάννενα;
ΘΕΑΝΩ Ναι, με είδαν εκεί. Είδαν τη ντροπή μου. Και τον φόβο μου.
ΙΩΑΝΝΑ Εξοικειωθήκατε. Ίσως γίνατε και φίλοι.
ΘΕΑΝΩ Ήμασταν πάντα φίλοι. Και με όλη την καθυστέρησή μου στον δρόμο εκείνο γίναμε ακόμη πιο στενοί φίλοι. Το πρόσωπό μου επέστρεψε στο σώμα μου, η ματιά μου αναπαύονταν απαλά στις επιφάνειες, τα δάχτυλά μου δεν ίδρωναν πια. Τα σκέλια μου άνοιξαν λίγο περισσότερο κάτω από το τιμόνι. Ένιωθα την τρυφερή πίεση όλων αυτών που ήθελαν να μπουν μέσα μου, να επιστρέψουν εκεί, απ’ όπου θα μπορούσαν να ξαναγεννηθούν.

*

ΙΩΑΝΝΑ Η μοναξιά σου σ’ έκανε να διασχίσεις μια χώρα που είναι πιο μόνη και από σένα.
ΘΕΑΝΩ Θα ήθελες να σου πω ότι δεν πέρασα καλά.
ΙΩΑΝΝΑ Πες μου, πέρασες καλά;
ΘΕΑΝΩ Πέρασα καλά.
ΙΩΑΝΝΑ Σε όλα τα μέρη;
ΘΕΑΝΩ Σε όλα τα μέρη.
ΙΩΑΝΝΑ Πέρασες καλά και στον νεκροζώντανο δρόμο στα Γιάννενα;
ΘΕΑΝΩ Πέρασα καλά παντού.
ΙΩΑΝΝΑ Πόση ώρα ήσουν κολλημένη εκεί;
ΘΕΑΝΩ Τρία τέταρτα.
ΙΩΑΝΝΑ  Ήταν τρία ευτυχισμένα τέταρτα της ζωής σου;
ΘΕΑΝΩ Τι σ’ έχει πιάσει ξαφνικά;
ΙΩΑΝΝΑ Έχω μετανιώσει που δεν ήμουν μαζί σου.
ΘΕΑΝΩ Το φαντάζομαι. Τι άλλο;
ΙΩΑΝΝΑ Τηλεφώνησαν το πρωί από την τράπεζα και μου πρότειναν μειωμένο επιτόκιο, αλλά δεν κατάλαβα γιατί. Το είπα στην υπάλληλο, ότι δεν καταλαβαίνω και είπε ότι θα το φροντίσει. Τι θα φροντίσει;

Τέλος

Τόμμυ Ούλοφσσον/Tommy Olofsson

Autumn on the other side

Δίπλα στον τάφο στην Ούποκρα

Τα κλωνάρια ελάτου που άφησα πάνω τους,
η τρυφερότητα των κλαδιών και μετά των κεριών
που άναψα, καθώς εισέπνεα
λίγη από τη ζέστη που μου έχουν δώσει.

Kalmar through

Έρωτας στο Βερολίνο

Και ήμασταν εντελώς διαφορετικοί.
Κάναμε έρωτα και ήμασταν ένας.
Ήμασταν ένας που ποτέ δεν θα ξεχάσουμε.

Gotenstrasse 10. Ήταν ο δρόμος σου.
Είχες εκεί έναν δρόμο να πάρεις. Περπατούσα
κι εγώ όπως εσύ και είχα έναν δρόμο να πάρω.

Και αφού είχαμε περπατήσει φτάσαμε κάποτε
και μέναμε ο ένας μέσα στον άλλο. Το βλέμμα σου ήταν
το παράθυρό μου, οι ανάσες σου ο σφυγμός μου.

Ήμασταν ένας που ποτέ δεν θα ξεχάσουμε.
Κάναμε έρωτα και ήμασταν ένας.
Και ήμασταν εντελώς διαφορετικοί.

(Attack mot intigheten, 2009. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Lo Snöfall

ARRANGEMENTS AND RHYMES


Bark Baby, published in Here, and Here

If you find a bark baby
it’s no wonder that maybe
you’ll become more glad
and the baby less sad.


African Bear, published in Here, and Here

This African bear in the night
might well give you a fright
but in the morning and with a bow
he could sing for all I know.



When you play with a heart
you might not know how to start,
neither how to proceed
but you’ve got what you need.

Περ Λάγκερκβιστ – Pär Lagerkvist

Daniel's Audi by Lo Snöfall

Κανένα χέρι δεν είναι τόσο άδειο όσο το δικό μου,
καμιά καρδιά τόσο έρημη.
Αν κάποιος έμπαινε στ’ αγροκτήματά μου
θα νόμιζε ότι βρίσκεται ανάμεσα σε νεκρούς.

Μόνος διασχίζω μια ξεραμένη γη
ποθώντας την καρδιά μου να εγκαταλείψω.
Καμιά θύελλα δεν λυσσομανά,
ο πόνος μου μικρός και κενός είναι.

Μαραμένα βότανα ορθώνονται δίπλα στο πόδι μου,
ζεστοί άνεμοι μ’ ακολουθούν.
Τίποτε δεν ορμά στο στήθος μου
σαν ψηλό και τρεμάμενο κύμα.

Κάθε βράδυ γέρνω το κουρασμένο κεφάλι μου
στους αδύναμους κορμούς των δέντρων.
Έχω λιώσει όλους τους δρόμους μου,
η σκόνη τους καλύπτει τα χόρτα.

Μια μέρα θ’ αφήσω τη γη που μου έδωσε ζωή,
τα έρημα αγροκτήματα θ’ αφήσω.
Έναν πόθο για του θανάτου τη βροντερή θάλασσα
βαθιά στην καρδιά μου άσβηστο κρατώ.

(Ångest, 1916. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Elena Penga / Έλενα Πέγκα

Hud

Har du varit i Amerika?
Nej. Är det fint där?
Ja.
För mig är Amerika Michael Jackson. Från svart ville han bli vit och han förstörde allt på och inom sig som påminde om hans ursprung. Han blev, även han, skaparen av sig själv.
Även transvestiter gör något liknande.
Ja.
Det finns också den där amerikanskan, Wildenstein, som ville se ut som en katt och som lyckade med det. Efter femtionio operationer. Har du sett henne?
Var någonstans?
I någon tidskrift.
Nej. Hur ser hon ut?
Skrämmande. Ser ut som en katt.
Om man sträckte ut människans hud horisontellt skulle den täcka en dubbelsäng.
Har du sett det?
Var någonstans?
I någon tidskrift.
Tidskrift?
Allting finns i tidskrifter.

(Översättning Vasilis Papageorgiou och Lo Snöfall.)

John Ashbery / Τζον Άσμπερυ

Ocean with two objects

Ποίημα πριν από τον χρόνο

Ήσυχα, λες και θα μπορούσε να γίνει
διαφορετικά, η θάλασσα γυρίζει
και μπαίνει γλιστρώντας στην κιλότα της.

Οι ύφαλοι κάτι πρέπει να ξέρουν,
όπως και όλοι οι απερίεργοι σολομοί
που κολυμπούν ελαφρόμυαλα κατά κοπάδια

κι αναρωτιόνται ποιο κοπάδι είναι καλύτερο.
Πιστέψτε με, δεσποινίς Θάλασσα, θα σας πήγαινα
μια βόλτα με το σαραβαλάκι μου, αν μπορούσα.

(Your Name Here, 2000. Translated into Greek by Vasilis Papageorgiou. This translation was published in ΠΟΙΗΣΗ 16, 2000. Photograph by Lo Snöfall.)

Βίλχελμ Έκελουντ / Vilhelm Ekelund

Davidia involucrata in Lund, Botanic Gardens
Davidia involucrata in Lund, Botanic Gardens

Η μεγάλη ανθρωπολογία

– όμως την περιπέτεια της εξαγνισμένης αγωνιστικότητας, τον περί αυτής μύθο θα μπορούσαμε κατά κάποιον τρόπο να τον μετατρέψουμε σε αίμα του αίματός μας –: σκοπός ήταν να ονειρευτούμε σθεναρώς.
”Η λατρεία των ονείρων” –: αυτό θα ήταν ένα από τα θέματά μου.
Θα μπορούσε να εξελιχθεί περαιτέρω.

Σθεναρά όνειρα –
θα μπορούσαν να είναι η σωτηρία μας; Οι σθεναροί ονειρευτές –
θα μπορούσε τελικά να αποδειχτεί ότι ήταν το γένος αυτό που υπήρξε ο πραγματικός φορέας των – ανθρωπίνων ενεργειών;

Κάθε ανθρώπινο σκάψιμο, τρύπημα, κυνήγι θησαυρού είναι
– στην αυθεντικότητά τους – ένα σκάψιμο προς την ελευθερία. Κάθε μεγάλη έρευνα είναι η αναζήτηση των όρων της ελευθερίας.
Αυτό είναι η μεγάλη ανθρωπολογία.

Και πώς η ζωή όλη ενός τέτοιου ανθρώπου μπορεί να φαίνεται σαν αυτή ενός σαστισμένου πουλιού που επιμένει να μπει σε κλειστό παράθυρο!
– Όσο και υπάρχουν πόρτες και παράθυρα ανοιχτά παραδίπλα, αυτό επιμένει ακατάπαυστα να αναζητά το ομοίωμα της ελευθερίας.

Το πρόβλημα μπορεί να λέει όσο απέριττα γίνεται: να είσαι απλός.
Είναι πρόβλημα που μπορεί να λυθεί!

Αν αγαπούσαμε την απλότητα θα ήμασταν όλοι ήρωες. Αυτό όμως
που αποκαλούμε ”ζωή” (και που συχνά είναι το αντίθετο) μας ξεγελά.

Ένα φέγγος στο σπίτι σου, στο σώμα σου, στην ψυχή σου –
το φέγγος που είναι δικό σου: από τη διατήρησή του εξαρτάται η ζωή σου.
Η ανοικονομία αυτή (στην κυριολεκτική της σημασία!) είναι η καλύτερη ηθική.

Η εξήγηση της παγκόσμιας δυστυχίας
βρίσκεται στη διάθεση για κολακεία και προχειρότητα.

Το μυστικό πάθος που λέγεται μέλλον:
αυτό που σε κάθε μεγάλη ζωή αποτελεί αντίβαρο
σε άλλα πάθη – αντίβαρο, μυστικό αγκυροβόλι!

Η κατανόηση και η συμπαγία – μόνο στο πιο ακατανόητο:
Γι’ αυτό η δύναμή σου είναι: πίστη στο όνειρο. Έτσι ήταν
για όλους τους – ονειροθελητές.

Μέθοδος παραγωγική.
– Αυτοί που ξέρουν ν’ αφήνουν τις σκέψεις τους
να λιάζονται: σ’ αυτούς (όπως ο Λίχτενμπεργκ!)
πρέπει να συγκαταλέγω τον εαυτό μου. Η μέθοδος αυτή, αυτή η επίγνωση ήταν ο ”ζήλος” μου.

Συντομογραφίες – με αυθυποβλητικό στόχο·
διόλου εξαιτίας ανυπομονησίας και αταξίας.

Το ειδύλλιο: ”πάγος και μέλι”.

Το όνειρο για μια ποίηση, για ένα συγγραφικό έργο που θα ήταν
εντελώς αυθόρμητο, καθαρή ακτινοβολία μουσικής στην ύψιστη μορφή της, μυστική, ελεύθερη αποκάλυψη του νόμου –: το ορφικό όνειρο, το προαίσθημα της δυνατότητας να παίξω καθαρά. Η θέληση για δύναμη του Ησυχασμού· οι πόλεμοί του.

Ανεξάντλητος ως προς την εμπειρία, ανεξάντλητος
ως προς την ελπίδα· όπως θα πρέπει να είναι ο συγγραφέας.

(Σημειώσεις του Βίλχελμ Έκελουντ (1880-1949) από το αρχείο του στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη της Λουντ. Δημοσιεύονται για πρώτη φορά στον τόμο Drömmar som förplikta: Om Vilhelm Ekelund och hans läsare, ο οποίος περιέχει δοκίμια του πανεπιστημιακού Per Erik Ljung για τον Σουηδό ποιητή. Lund 2009. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Στη φωτογραφία ανθισμένη davidia involucrata στη δυτική πλευρά του Βοτανικού κήπου της Λουντ. Στα Σουηδικά λέγεται μυξομαντιλόδεντρο, näsduksträd, στα Αγγλικά περιστερόδεντρο, dove tree.)

Xenios logos,

woman-in-malmo2a hospitable logos that always says yes to strangers and guests, that welcomes all strangers as guests together with their deconstuctability, their capacity, propensity and desire to be deconstructed. A logos that at the same time is a guest in another hospitable logos: the translating and the translated logos are hospitable at each other’s home – as they are hospitable to themselves in their own (xenios could here be extended to include the meaning of xenos as host, and, thus, thanks to the ties of hospitality, allow us witness how the two xenoi have become friends).

Vasilis Papageorgiou, Here, and Here: Essays on Affirmation and Tragic Awareness. Cambridge Scholars Publishing 2010.

Painting:
Woman in Malmö, by Lo Snöfall, oil on canvas.)

Magnus William-Olsson

New York, by Lo Snöfall. Published in Ingen hand orörd.
New York, by Lo Snöfall. Published in Ingen hand orörd.

Επιστροφή

Βαθουλώνω την παλάμη μου και
τη γεμίζω θάλασσα.
Η αίσθηση της υγρότητας στη στεγανή
επιδερμίδα μου εκφέρει το π ε π ε ρ α σ μ έ ν ο.

Η λέξη θρονιάζεται ανάμεσα
στους κερατοειδείς χιτώνες μου και τον ορίζοντα
όπως το φεγγάρι μερικές φορές
κρύβει τον δίσκο του ήλιου από
τη γήινη σφαίρα. Απομένει μόνο
αυτό το μοναδικό, το σωτήριο
Ο

(O’, 1987. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Daniel, Ashbery and Land Rovers

Spring is here again and summer is not far away, less mud and more and more dandelions on the ground, a great balance needed when playing football on the grass in order to avoid both, the tricky mud that might deprive you of a spectacular goal and make you a spectacle in the eyes of the dandelions. These are pure beauty on the leaves of grass, not wild but rebellious, a lovely anomaly that you do not want to disturb. After school Daniel wants to play, I want to read. We play and then read, read meticulously. I promise to play and Daniel promises to help me translate a poem by John Ashbery into Swedish, “In Vain, Therefore”, later in the collection Hotel Lautréamont (1992). We published it in Allt om böcker 3, 1990.

ashbery-allt-om-bocker-daniel_31

Here Ashbery speaks about dandelions and mud. About dead dandelions. Summer costs. Or have they been run over by a Land Rover? Don’t run over, please, Land Rover. Daniel takes a break and draws the Land Rover we had parked near the football grass. He had practised on similar cars before, one that distributed his magazine Le Journal des Chats, where we between biking around and doing homework published the first two stanzas of the “Hymn to Freedom” by Dionysios Solomos, the embarrassingly romantic lines that constitute the Greek anthem.

daniel-ljc-bil

I think Ashbery would have been a Land Rover dealer were he not a poet. Has he ever driven one? Lo Snöfall laughs at my thoughts. But she too likes the way Ashbery writes about landscapes in his poetry, how much he loves plants and flowers and the countryside. A four wheel drive Land Rover would only help him to wander more easily on any surface and take any directions he pleases without hesitation or warning. He writes like I drive my Land Rover, or like I follow it, let it take me to the worldly street of Kalmar, one of the most beautiful I know anywhere, where I sit at my favourite café and write or make notes on how to translate or write on a poem by Ashbery.

freelander-kalmar-09

And he writes like the cat is sitting under Lo’s Land Rover, thinking without thinking, being active without moving, a rover resting while wandering. But where?

los-land-rover

Daniel wants to draw another Land Rover. What will that one do this time? Good to have it when time comes to carry the apples from the muddy orchard. Of course.

daniel-land-rover-green

And you will help me to translate another poem by Ashbery who knows about apples and orchards. Deal. We translate “Livelong Days” this time (the order of our translating expeditions is not clear in my rovig mind), also this one in Hotel Lautréamont. We publish our translation in Artes 4, 1989, the fine magazine that inexplicably does not exist anymore.

ashbery-poem-artes

The poem ends speaking about mythologies and apples that are multiplying. I miss playing football with Daniel, and I miss translating Ashbery with him. But we have the worldly countries and multiple landscapes of Ashbery, and the Land Rovers to take us, or like cats park them, anywhere we like.

Vasilis Papageorgiou

Βασίλης Παπαγεωργίου

Ένας ξένος στην πόλη

vp-by-lo-snofall

(Το κείμενο αυτό, σε κάπως διαφορετική μορφή, δημοσιεύτηκε αρχικά στα Σουηδικά, στον τόμο I ordets smedja. Festskrift till Per Rydén. Stockholm, 2002. Στη μορφή αυτή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός 143, 2009. The portrait of VP is by Lo Snöfall – oil on canvas.)

Θέλω να είμαι πάντα ένας ξένος στην πόλη, ποτέ να μην έχω μια δική μου πόλη, θέλω να είμαι ένας ξένος στην πόλη που για λόγους συμβατικούς και μη συμβατικούς, οικείους και ανοίκειους ή και αυθαίρετους για πολλούς λόγους αποκαλώ δική μου. Ένα ζευγάρι παπούτσια, μερικά ρούχα, ένα ζευγάρι γάντια, τα γυαλιά για την όρασή μου: αυτά είναι πράγματα που θέλω να είναι δικά μου. Είναι κάτι που το προϋποθέτω και το οποίο απαιτώ, έστω και αν ποτέ αμετάκλητα. Μια αναγκαιότητα που με βοηθά να έχω μια στενή σχέση με το σώμα μου (είναι όμως το σώμα μου δικό μου;).

Αυτό που στα γράμματά μου, στις συναλλαγές μου με τους καλούς μου φίλους αποκαλώ πόλη μου είναι τόσο λίγο δικό μου, όσο και το σώμα μου. Ούτε επίσης κάνω κάποιες προσπάθειες να το κάνω δικό μου, να το ιδιοποιηθώ. Δεν θέλω η πόλη μου να είναι δική μου, η δική μου πόλη ή να την αποκαλώ η δική μου πόλη. Αντίθετα κάνω ό,τι μπορώ να παραμένω ένας ξένος στην πόλη μου. Και επιπλέον επιθυμώ η πόλη μου να είναι μια ξένη για μένα. Και εδώ, στην αμοιβαία και ανταποδοτική αυτή ξενικότητα υπάρχει η δυνατότητα εμφάνισης μιας παράδοξης οικειότητας. Μια οικειότητα που γεννιέται από την ελευθερία που η ξενικότητα υπόσχεται. Όσο πιο οικεία η σχέση μου με την πόλη, τόσο πιο ξένος αισθάνομαι σ’ αυτήν. Όσο πιο ξένος είμαι στην πόλη, τόσο πιο ελεύθερος αισθάνομαι σ’ αυτή.

Θέλω πάντα να λέω ναι στο αμοιβαίο πλησίασμα ανάμεσα σε μένα και την πόλη. Κατά το πλησίασμα αυτό θέλω η πόλη να μπορεί να με εκπλήττει και εγώ να μπορώ να εκπλήττω την πόλη, θέλω και εγώ και η πόλη με τα οικεία μας αγγίγματα και τις έντονα πολύπλοκες χειρονομίες μας να μπορούμε να δεχόμαστε και να καταφάσκουμε μια ατέλειωτη αλληλουχία ταυτόχρονων εκπλήξεων. Εκπλήξεις τις οποίες θα εγγυάται μια αδιαπραγμάτευτη ανοιχτότητα. Αδιαπραγμάτευτη με την έννοια ότι η ανοιχτότητα αυτή είναι μια απέραντη και ανυπέρβλητη κατάφαση. Θέλω να είμαι μια ανοιχτότητα που υποδέχεται την ανοιχτότητα της πόλης. Τίποτε προειλημμένο ή προαποφασισμένο ή προεικασμένο δεν θα μπορεί να εμποδίσει αυτές τις δυο ανοιχτότητες με τρόπο οικείο να σέβεται η μια την άλλη και να εισχωρεί η μια στην άλλη.

Στους δρόμους της πόλης, στις πλατείες και στα κτίριά της, στα ιδρύματα και στις κοινωνικές της εκδηλώσεις, σε πολιτικές ή πολιτιστικές αποφάσεις θέλω να συμμετέχω ως ξένος, ως κάποιος που δεν θα προσφέρει ούτε θα συγκαταλέγεται σε τελεσίδικες λύσεις, κάποιος που ούτε θέλει να περιορίσει ούτε θέλει να περιοριστεί στις συναλλαγές του και στις συμπράξεις του με την πόλη.

Αυτή είναι βέβαια μια φιλοσοφική, μια ηθική και αισθητική ξενικότητα, η οποία με τρόπο ανεπιφύλακτο χαρακτηρίζει τη σχέση μου με την πόλη. Αυτό προϋποθέτει ότι είμαι ένας ελεύθερος άνθρωπος σε μια ελεύθερη πόλη, το οποίο με τη σειρά του προϋποθέτει ότι και εγώ και η πόλη αναγνωρίζουμε, αποδεχόμαστε, δημιουργούμε και φυλάσσουμε αυτή την ελευθερία. Η αναγνώριση και η κατανόηση της ελευθερίας προϋποθέτει ότι ανάμεσα σε μένα και την πόλη υπάρχει μια γλώσσα που βοηθά και τους δυο μας να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο.

Κατά το πλησίασμα αυτό θα ήταν καταστροφικό αν και η πόλη και εγώ συμμετείχαμε ως ξένοι, ως δυο που δεν αλληλοκατανοούνται, που δεν έχουν τη θέληση, την υπομονή ή τον σεβασμό που επιτρέπει τις δυο διαφορετικές ανοιχτότητες να γίνουν αμοιβαία δεκτές. Στον χώρο που ο σεβασμός για τη γλώσσα του άλλου, για το πώς ο άλλος χαιρετά, αγγίζει και φροντίζει τον εαυτό του και το περιβάλλον του, ο σεβασμός για την διαφορετικότητα της γλώσσας του άλλου, της πόλης, στον χώρο αυτό θέλω η πόλη να είναι δική μου και εγώ να είμαι δικός της. Η πόλη δική μου ως φίλη, ης πόλη με έχει δικό της ως φίλο. Η αγορά της πόλης, τα ιδρύματά της και οι πολιτικές της αποφάσεις δεν θα με αποκλείουν, όπως εγώ δεν θα αποκλείω την πόλη. Δεν θέλω να είμαι ένας ξένος στην πόλη ή η πόλη να είναι μια ξένη μέσα μου.

Όταν ο Γκούνναρ Έκελεβ στην αρχή του ποιήματός του ”Non serviam” γράφει

Είμαι ένας ξένος στη χώρα αυτή
αλλά η χώρα αυτή δεν νιώθει ξένη μέσα μου!
Δεν είναι το σπίτι μου η χώρα αυτή
αλλά η χώρα αυτή φέρεται σαν να είμαι το σπίτι της!

εκφράζει την αγωνία και τον αρνητικό ρομαντισμό του μοντερνισμού. Τον ρομαντισμό επειδή η ξενικότητα είναι τόσο τρομακτική όσο και επιθυμητή. Το να είσαι ξένος στην ίδια σου τη χώρα, στην ίδια σου τη γλώσσα, στο ίδιο σου το σώμα είναι κάτι που πολλοί μοντερνιστές συγγραφείς το έχουν αποδώσει όχι μόνο σαν αποτέλεσμα του να είσαι αβοήθητος σε έναν αυταρχικό και αδιάφορο κόσμο, αλλά και σαν αιτία. Αιτία για την καλλιέργεια της ιδιαιτερότητας, την εξύμνηση της προσωπικής, λεπτής περίπτωσης. Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να δούμε την ξενικότητα στον μοντερνισμό ως αποτέλεσμα μια αρνητικής στάσης.

Τη δική μου την ξενικότητα τη βλέπω ως αποτέλεσμα μιας πρωταρχικής κατάφασης. Θέλω να είμαι ένας ξένος στην πόλη για να μπορώ να έχω μια γενναιόδωρη σχέση μαζί της. Πριν από αυτό όμως θέλω να έχω μια δική μου πόλη. Πρέπει να έχω μια δική μου πόλη για να μπορώ να είμαι ένας ξένος εκεί. Αυτή ή αυτός που στέκει μπροστά στον σιδηροδρομικό σταθμό με τα πράγματά του στο χέρι και δεν ξέρει ποια κατεύθυνση να πάρει, ο άνθρωπος αυτός βρίσκεται έξω από την πόλη. Δεν έχει στην κατοχή του ούτε τα μέσα ούτε το σημείο εκκίνησης που θα τον βοηθούσαν να πει ναι στην πόλη ή να ρομαντικοποιήσει την ξενικότητά του στην πόλη. Ο άνθρωπος αυτός δεν έχει μια δικιά του πόλη. Είναι ένας ξένος σε μια ξένη πόλη. Θέλει να μπει στην πόλη, αλλά τον θέλει όμως η πόλη;

Η πόλη είμαστε εμείς και ένας ατέλειωτος αριθμός πραγμάτων και ανθρώπων. Ακριβώς όπως και εμείς είμαστε η πόλη και ένας ατέλειωτος αριθμός πραγμάτων και ανθρώπων. Αυτό το «εμείς» έχει κάτι που είναι δικό του. Αυτό που είναι «ένας ατέλειωτος αριθμός πραγμάτων και ανθρώπων» είναι το ξένο. Και ποιος θέλει να είναι δίχως το ξένο, δίχως τη γενναιοδωρία και την κατάφαση, δίχως πόλεις παντού; Αυτό είναι το δικό μου: πόλεις παντού, γνωστές και άγνωστες, μικρές και μεγάλες, οι άνθρωποί τους, οι δρόμοι τους, τα δέντρα, τα αυτοκίνητα, τα θέατρα τους (ω, η παρακολούθηση μια παράστασης σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνω), τα βλέμματα, τα αναρίθμητα βλέμματα από και προς κάθε κατεύθυνση, ρούχα και σώματα που περιφέρονται στην ανοιχτωσιά της πόλης και αφήνουν τα ίχνη τους σε μέρη ανεξερεύνητα, στης πόλης το πελώριο σώμα, το οποίο, μια υπόσχεση, ποτέ δεν θα γίνει δικό μου, ποτέ δεν θα προσπαθούσα να το κάνω δικό μου.

Ίσως βρίσκονται τα ίχνη μιας τραγικής διάστασης εδώ, την οποία προτιμώ να αποκαλώ τραγική συνείδηση. Η ξενικότητα που θέλω να διατρέχει τη σχέση μου με την πόλη είναι αποτέλεσμα της τραγικής αυτής συνείδησης, η οποία συγχρόνως είναι και η πηγή της κατάφασης, για την οποία επίσης έκανα λόγο. Η άρνηση, είτε προέρχεται από το θεϊκό είτε το ανθρώπινο, θέτει όρια, επιβάλλει ένα έδαφος, τη βάση μιας ανοιχτής ή καλυμμένης απαίτησης. Η κατάφαση έχει την πηγή της στην άβυσσο, στην άρση των ορίων, των συνόρων. Η τραγική συνείδηση είναι η επίγνωση της παρουσίας και του ρόλου της αβύσσου κάτω από τα πόδια μας και πάνω από τα κεφάλια μας.

Συχνά, όταν στέκομαι στη στάση Κρικέλας (λέγεται έτσι ακόμη;) και περιμένω το λεωφορείο για το κέντρο, σκέφτομαι ότι τον ίδιο δρόμο έπαιρνε κάποτε και ο Αριστοτέλης όταν ερχόταν ή πήγαινε στη Χαλκιδική, στα Στάγειρα. Ο τρόπος που ο Αριστοτέλης περιγράφει την τραγική σύγκρουση με απασχόλησε άπειρες φορές, και μερικές από αυτές κατέβαινα συγχρόνως με τα πόδια στο κέντρο, ώστε να έχω τον χρόνο να συλλογιστώ διεξοδικότερα, να μπω ευκολότερα στην τακτική της περιπατητικής ανάπτυξης των σκέψεων. Οι σκέψεις και οι περίπατοι αυτοί με έφερναν κοντά σε κάτι διαχρονικό και συγχρόνως με απομάκρυναν από την παρούσα στιγμή, καθιστώντας με ξένο σε μια περιρρέουσα οικειότητα, αφού το διαχρονικό είναι άπιαστο και η παρούσα στιγμή παρέμενε εκτός της άμεσης προσοχής μου.

Είχα από καιρό, πολύ πριν το Κρατικό Θέατρο (το 1979) ανεβάσει τα έξι ταχυδράματά μου, καταλήξει στο ότι με ενδιέφερε περισσότερο η τραγική συνείδηση από την τραγική σύγκρουση, που κατά τον Αριστοτέλη διαλύει την τάξη του κράτους ή της οικογένειας ή της προσωπικότητας. Έχω αναπτύξει αλλού της σκέψεις μου για το τραγικό, αλλά θέλω εδώ να σταθώ λίγο περισσότερο στον ρόλο του φανταστικού Αριστοτέλη να διασχίζει την αρτηρία που οδηγεί στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και φυσικά πιο πέρα, στα μέρη της τότε Μακεδονικής αυλής. Ένας συνομιλητής που με τα χρόνια με βοήθησε να δω διαφορετικά το τραγικό και την τραγική σύγκρουση: όχι σαν κίνηση από την τάξη στην αταξία, αλλά το αντίθετο, από την αταξία στην τάξη, στην επιβολή ενός πάντα αυταρχικού ορίου. Μια άποψη που μπορεί κανείς να διαβάσει στο έργο του Ευριπίδη, όπως ήδη έχω κάνει και κάνω ακόμη. Ενός Ευριπίδη που βρέθηκε στα μέρη όπου βρέθηκα κι εγώ τόσα χρόνια αργότερα, ενός θυμωμένου με την Αθήνα δραματουργού, θυμωμένου με τον λόγο της Αθήνας, τον τρόπο που ο λόγος αυτός θέλησε να αγνοήσει τη Μήδεια και τον Διόνυσο, να αγνοήσει αυτό που υπερβαίνει τον λόγο, που υπονομεύει τα όρια του λόγου. Από τη μια μεριά κατέβαινε ο Αριστοτέλης, από την άλλη ανέβαινε κάποτε ο Ευριπίδης.

Η πόλη ως ένας ευριπίδειος χώρος, χωρίς ωστόσο ούτε τη βία της Μήδειας ούτε τη βία του Διόνυσου, ένας απέραντα γαλήνιος χώρος, όπου η τραγική, καταφατική συνείδηση φροντίζει την γαλήνη που έρχεται από τα βάθη της αβύσσου και υπερβαίνοντας τον διαποτίζει τον χώρο ως γεωγραφία, ιστορία, ψυχολογία, άτομα και κοινωνία.

Αυτή την τραγική συνείδηση την εντοπίζω πάντα στην ποίηση του Τζον Άσμπερυ, μεταξύ άλλων, ενός ποιητή που κάποτε προσκάλεσα στη Θεσσαλονίκη και την περπάτησα λίγο μαζί του. Έτσι αισθάνθηκα μια παράξενη όσο και οικεία χαρά όταν ξαφνικά τον άκουσα να απαγγέλει το ποίημά του «Hölderlin marginalia” στα Αγγλικά. Επέστρεφα από το κέντρο της πόλης στο σπίτι αργά το βράδυ με το λεωφορείο της Κηφισιάς, όταν πίσω από τον Άγιο Ελευθέριο και το Πρώτο Δημοτικό σχολείο (κάποτε;) Θεσσαλονίκης, το σχολείο μου, στο ipod μου, που το είχα στο shuffle, και άκουγα τραγούδια ανάκατα, εμφανίστηκε αναπάντεχα η φωνή και οι στίχοι ενός αγαπημένου ποιητή, ενός ξένου για πολλούς στον χώρο της ποίησης, για την ξενικότητα της οποίας έχω ήδη γράψει κείμενα στα Αγγλικά, στα Ελληνικά και στα Σουηδικά. Μια ξενικότητα που μιλά φιλικά και ζεστά με τον αναγνώστη και με οτιδήποτε περιγράφει, μια ποίηση γαλήνια και γεμάτη από την τραγική συνείδηση που καταφάσκει.

Έτσι μου αρέσει η πόλη και κάθε πόλη, κάθε μέρος του πλανήτη. Μια ανοιχτότητα που επιτρέπει τη διερεύνησή της με προσωπικές λεπτομέρειες, οι οποίες με τη σειρά τους είναι ανοιχτότητες επιδεκτικές ακατάπαυστης διεύρυνσης. Πόλη πλήρης με τις κινήσεις μιας μνήμης, μιας ιδέας, μιας εικόνας, ενός συναισθήματος, ενός νέου κόσμου που όλα αυτά δημιουργούν, μια κοσμητική συνεύρεση χωρίς αρχή και τέλος, που ωστόσο προσφέρει την ευπροσηγορία ενός ανοιχτού εδώ και τώρα.

Κάποιες προσωπικές λεπτομέρειες: Οι απογευματινές συζητήσεις στο μικρό μπαλκόνι της μεγάλης μου αδελφής, οι πρωινοί καφέδες στην κουζίνα της μικρής μου αδελφής καθώς και όλη η ιεροτελεστία των γευμάτων με τις οικογένειές τους. Η φροντίδα με την οποία η Κατερίνα Δανιηλίδου στον Ιανό και στα μικρά της διαλείμματα στα πέριξ του Ιανού μέρη μου μιλούσε για τους καλόκαρδους συγγραφείς της πόλης, για ένα όμορφο παροπλισμένο πλοίο στο λιμάνι, για το κομψό της φόρεμα από τον κατά άλλα φτηνό Ζάρα (αυτό πάντα με δυο αδιάφορα λόγια και μετά από αρχική παρατήρηση δική μου). Η σχεδόν καθημερινή ανάγνωση της Καθημερινής και της Herald Tribune στο Μπάλκαν (πήγαινα με την Κατερίνα, τον Δημήτρη Δημητριάδη, όπως επίσης πήγα με τον Άσμπερυ τις λίγες μέρες που ήταν στην πόλη – μια φωτογραφία του εκεί βρίσκεται στη ηλεκτρονική διεύθυνση https://chromata.wordpress.com/2007/07/) ή σε άλλο ήσυχο μέρος, όπου κατόπιν έγραφα κάρτες σε φίλους στη Σουηδία κυρίως.

Πολλές λεπτομέρειες τις χώρεσα στο μικρό μυθιστόρημα Νυμφαίος Θάνατος και στο θεατρικό Ιππόλυτος Καλυπτόμενος. Επίσης και στο σουηδικό βιβλίο Ingen hand orörd, Κανένα χέρι ανέγγιχτο, όπου οι εικόνες της Λου Σνέφαλλ συνομιλούν με δικά μου πεζά ποιήματα. Ένα από αυτά μεταφράζω πρόχειρα εδώ, ενώ η εικόνα της Λου βρίσκεται σε τούτη τη διεύθυνση: https://chromata.wordpress.com/2008/04/

Η Θεσσαλονίκη δίπλα στο νερό

Περπατούσε κατά μήκος του νερού, είχε βρει μια ισορροπία ανάμεσα στο πάνω και το κάτω μέρος του σώματός της, ανάμεσα στο αριστερό και το δεξί της χέρι, ανάμεσα στις σκέψεις της και σε ένα τεράστιο πλήθος παρατηρήσεων, την συσσωρευμένη τους οξύτητα, το οικείο τους φέγγος. Εισχώρησε σε ένα εξίσου οικείο και βαθύ συναίσθημα ότι χάθηκε στην ευρηματικότητα άλλων ανθρώπων, στις ευχάριστα παρείσακτες προθέσεις τους. Μια πόλη δίχως κάθετες χειρονομίες θα έγραφε σε λίγο σε ένα μέιλ, μια έκταση που στριφογυρίζει γύρω από τον εαυτό της και στην εγγύτητα, ή λίγο πιο πάνω από αυτή, μιας σχεδόν ξεχασμένης, αλλά ποτέ αδρανούς κάθαρσης. Σαν να βγάζεις να όμορφα παπούτσια σου έπειτα από έναν όμορφο, μακρύ περίπατο.

Με πήρε χρόνια να αφήσω τον Αριστοτέλη για τον Ευριπίδη, αλλά επέστρεψα γρήγορα σ’ αυτόν και πάλι για να μην τον αφήσω πότε ξανά είτε περιμένω το λεωφορείο είτε κάθομαι σε κάποιο εστιατόριο της Σκωτίας, όπου με ακολουθεί και η Θεσσαλονίκη, η άπιαστη αλλά πάνω από όλα παρούσα και ψηλαφητή συντροφιά της.

Susan Azar Porterfield

Varför reser vi

Jag är inte här i Kousba;
jag står här i Kousba.
På denna smala, lutande gata,
på denna oktoberdag, jag som inte existerar
utan denna smala, lutande gata
har blivit, har strävat efter att bli,
denna gata, denna närbelägna vägg, denna himmel.
I närvaron av så mycket annat
är mitt hjärta ett skenande tåg.
Jag kan inte känna mina ben.
Just nu svävar jag över gatan.
Just nu står jag på gatan.
Jag är en av gatans stenar.
Det är just därför jag har kommit hit.

blues-2008

Γιατί ταξιδεύουμε

Δεν είμαι εδώ στην Κούσμπα·
στέκομαι εδώ στην Κούσμπα.
Σ’ αυτόν τον στενό, κατηφορικό δρόμο,
αυτή τη μέρα του Οκτώβρη, εγώ που δεν υπάρχω
χωρίς αυτόν τον στενό, κατηφορικό δρόμο,
έχω γίνει, έχω προσπαθήσει να γίνω,
αυτός ο δρόμος, αυτός ο τοίχος δίπλα του, αυτός ο ουρανός.
Ενώπιον τόσο διαφορετικών πραγμάτων
η καρδιά μου είναι αφηνιασμένο τρένο.
Δεν αισθάνομαι τα πόδια μου.
Τώρα ακριβώς αιωρούμαι πάνω από τον δρόμο.
Τώρα ακριβώς στέκομαι στον δρόμο.
Είμαι μια από τις πέτρες του δρόμου.
Γι’ αυτό ακριβώς έχω έρθει εδώ.

(Beirut Redux, 2008. Translated into Swedish by Vasilis Papageorgiou and Lo Snöfall. Translated into Greek by Vasilis Papageorgiou.)

Χάρολντ Πίντερ, 1930-2008

Αργότερα

Αργότερα. Κοιτάζω έξω το φεγγάρι.
Κάποτε ζούσα εδώ.
Θυμάμαι το τραγούδι.

Αργότερα. Κανένας ήχος εδώ.
Φεγγάρι στον μουσαμά.
Ένα παιδί κατσουφιάζει.

Αργότερα. Μια φωνή τραγουδά.
Ανοίγω την πίσω πόρτα.
Κάποτε ζούσα εδώ.

Αργότερα. Ανοίγω την πίσω πόρτα.
Το φως χάθηκε. Νεκρά δέντρα.
Νεκρός μουσαμάς. Αργότερα.

Αργότερα. Σκοτάδι που κινείται πολύ γρήγορα.
Σκοτάδι παχύ.
Εδώ ζω τώρα.

(1974)

stirling-stones

Το γνωρίζω το μέρος αυτό

Το γνωρίζω το μέρος αυτό.
Πράγματι.
Ό,τι κάνουμε
διορθώνει τον χώρο
ανάμεσα στον θάνατο, σε μένα
και σε σένα.

(1975)

stirling-shop

Denmark Hill

Τουλάχιστον είσαι εκεί,
και όταν θα μπω στο δωμάτιο
θα σηκωθείς, τα χέρια σου ενωμένα,
και θα χαμογελάσεις,
ή, αν κοιμάσαι,
θα ξυπνήσεις.

(Σεπτέμβριος 1977)

edinburgh-basement

Εστιατόριο

Όχι, κάνεις λάθος.
Ο καθένας είναι όσο όμορφος
μπορεί.
Ιδιαίτερα στο γεύμα
σ’ ένα εύθυμο εστιατόριο.
Ο καθένας είναι όσο όμορφος
μπορεί.
Και συγκινείται
από την ίδια του την ομορφιά.
Και χύνει δάκρυα για χάρη της
στο πίσω κάθισμα του ταξί στον δρόμο για το σπίτι.

(1987)

gdansk-shop

Εδώ είναι
(Στην Α)

Τι ήχος ήταν αυτός;

Κοιτάζω αλλού, προς το τρεμάμενο δωμάτιο.

Τι ήχος ήταν αυτός που ήρθε μέσα με το σκοτάδι;
Τι δαίδαλος από φως είναι αυτό στο οποίο μας αφήνει;
Τι στάση είναι αυτή που παίρνουμε,
κοιτάζουμε αλλού και μετά μποροστά μας πάλι;
Τι ακούσαμε;
Την ανάσα που πήραμε στην πρώτη μας συνάντηση.

Άκου. Εδώ είναι.

(1990)

Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Οι μεταφράσεις αυτές δημοσιεύτηκαν στο Εντευκτήριο 26, Άνοιξη 1994. Στο εισαγωγικό μου σημείωμα έγραφα μεταξύ άλλων: “Τα ποιήματα προέρχονται από τον τόμο Collected Poems and Prose (London: Faber and Faber, 1991). Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί εδώ να βρει κείμενα επιλεγμένα από τον ίδιο τον μεγάλο θεατρικό συγγραφέα, γραμμένα μεταξύ 1949, τότε που ο Πίντερ ήταν δεκαεννιά χρονώ, και 1990. Το ύφος των περισσότερων ποιημάτων φαντάζει σαν απόσταγμα της τόσο χαρακτηριστικής λυρικής διάθεσης που υποβαθρώνει όλα τα θεατρικά του κείμενα με τη μορφή ανεξιχνίαστης, κι ωστόσο απροσδιόριστα οικείας, απειλής. Η τελευταία δημιουργεί κενά σ’ έναν λόγο απρόσμενα σύντονο, γεμάτον ανομολόγητες επιθυμίες και σκέψεις, συνοδευμένες από κινήσεις απέριττα συγκρατημένες, από διακριτικά εσπευσμένες ρυθμικές ανασχέσεις, από κάποια αρχαϊκή – και για τούτο ήρεμη – βία.“

Harold Pinter, 1930-2008

De försvunna

art-ls

Ljusets älskare, skallarna,
den brända huden, nattens
vita sken,
hettan när människorna dör.

Knäsenan och hjärtat
slitna isär i ett melodiskt rum,
där ljusets barn vet
att deras kungadöme har kommit.

(Översättning Vasilis Papageorgiou. Art on the window-sill: B612, oil pastel by Lo Snöfall.)

Giorgos Chronas

Helig smärta

london

Jag känner mig utan ursprung
utan härkomst
var jag än hamnar höljs jag
av musik
av städernas upplysta områden.
Jag går utanför gränserna
jag vill arresteras
och erkänna
att jag har varit ett ingenting
en helig smärta
i skulderbladet.

(Ta ποιήματα 1973-2008. Översättning Vasilis Papageorgiou och Lo Snöfall. Foto av Lo Snöfall.)

Fernando Pessoa

Ανάμνηση

marcel-duchamp

Κάπου που ποτέ δεν θα ζήσω
ο κήπος ενός παλατιού κρύβει
τέτοια ομορφιά που θλίβομαι όταν την ονειρεύομαι.

Εκεί, χαράσσοντας πανάρχαια μονοπάτια
πελώρια προγεννητικά άνθη
αναπολούν τη χαμένη μου ζωή, ενώπιον της ψυχής.

Ήμουν ευτυχισμένος εκεί, ήμουν το παιδί
που απολάμβανε δροσερές σκιές
μέσα στις οποίες ένιωθε γλυκιά εξορία.

Μου τα πήραν όλ’ αυτά τ’ αληθινά πράγματα.
Ω, χαμένα μου λιβάδια!
Παιδικά μου χρόνια ενώπιον της Νύχτας και της Ημέρας!

(Obras Completas, Poemas Ingleses, English Poems II, Lisboa: Ática, 1974. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Watercolour: Marcel Duchamp by V. P.)

Bertil Malmberg

Ποιος με ονειρεύτηκε

Ποιος με ονειρεύτηκε;
Ποιος με έπαιξε;
Ποιος τραγούδησε στον τόνο του τραγουδιού μου;

Ποιος δανείστηκε το όνομά μου;
Ποιος επωμίστηκε τη σκιά μου;
Ποιος φώναξε «εγώ» με το στόμα μου;

(Klaviatur, 1955. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Art: African Bear, An Arrangement by Lo Snöfall.)

Lisa Fishman

Läsning

Ett antal övergångsobjekt
och först ett
som kanske var menat.

Det finns vissa saker som jag inte menar.

Vilken glädje att säga det.

Ett mönster i fyra delar?
Loft, säng på loftet,
en luftmadrass,
simbassäng. Han var hennes
älskningsbåt, han pysslade om
henne.
Jag vill skjuta fåglarna
tänkte hon ibland.

Det är så mycket som händer
i de små orden.

(Översättning Vasilis Papageorgiou och Lo Snöfall)

Διάβασμα

Ένας αριθμός μεταβατικών αντικειμένων
ξεκινώντας από ένα
που ίσως ήταν σκόπιμο.

Υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν τα κάνω σκόπιμα.

Πόσο χαίρομαι που το λέω.

Ένα σχήμα σε τέσσερα μέρη;
Υπερώο, κρεβάτι στο υπερώο,
φουσκωτό στρώμα,
πισίνα. Εκείνος ήταν το
αγαπημένο της πλεούμενο, τη φρόντιζε.
Θέλω να πυροβολήσω τα πουλιά
σκέφτηκε εκείνη κάποιες φορές.

Συμβαίνουν τόσα πολλά
στις μικρές λέξεις.

(Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου)

John Bradley

Δεν είμαι ο Πώς τον λένε
Στον Πώς τον λένε

1
Τζον Μπράντλυ, ο Τομάζ Σάλαμουν σε ονειρεύεται
καθώς κοιμάται σε μια μικρή φωλιά από ψαλίδια
σκεπασμένος με πάπλωμα από νεκρά μαυροπούλια.

2
Λίγο πιπέρι, άφθονο αλάτι,
κάθεσαι κάπου και καταπίνεις ένα σύννεφο
σε σχήμα καρέκλας.

3
Γάγγλια, τέτοια λεπτοκαμωμένα πόδια έχει η βροχή.
Βροχή, τέτοια λεπτοκαμωμένα αφτιά έχουν τα γάγγλιά μου.

4
Ω, πρασινόγλωσσε,
ό,τι λες γίνεται πράσινο
και σαλαμουνομένο.

5
Διέγραψε τον Τομάζ Σάλαμουν και διαγράφεις
κάθε έναν Τζον Μπράντλυ.

6
Αφύσικα μεγάλοι κόκκοι πιπεριού
με καταδιώκουν και με κάνουν να φαίνομαι
αφύσικα μικρός.

7
Και ο θεός είπε, εις εμέ.
Και το σιαλόδεντρο είπε, εις ημάς άπαντας.
Και ο τάφος του Τομάζ Σάλαμουν είπε,
είμαι σαμαράκι δρόμου ή παγίδα γκολφ;

8
Όπως κάποτε
και πάντα ήταν
είναι, θα είναι:
Ο Τομάζ Σάλαμουν

Jag är inte Vad han nu heter
Till Vad han nu heter

1
John Bradley, Tomaz Salamun drömmer om dig
sovande i ett litet näste gjort av saxar
under ett täcke av döda starar.

2
Lite peppar, massor av salt,
du sitter ner och sväljer ett moln
i form av en stol.

3
Ganglier, så spensliga fötter regnet har.
Regn, så spensliga öron mina ganglier har.

4
Å, du gröntungade
allt vad du säger blir grönt
och salamunerat.

5
Radera Tomaz Salamun och du raderar
varenda John Bradley.

6
Onormalt stora pepparkorn
förföljer mig, de får mig att framstå som
onormalt liten.

7
Och Gud sade, till mig.
Och salivträdet sade, till oss alla.
Och Tomaz Salamuns grav sade,
är jag en vägbula eller ett golfhinder?

8
Som det en gång
och alltid var
är, ska vara:
Tomaz Salamun

(War on Words, 2006. Translated into Swedish by Vasilis Papageorgiou and Lo Snöfall. Translated into Greek by Vasilis Papageorgiou.)

Mariam Naraghi

Μια λέξη θα έφτανε

Η Κασσάνδρα ανταπάντησε μ’ έναν ισχυρισμό που κανείς δεν πήρε πολύ στα σοβαρά: Το να κάνεις έρωτα χωρίς προφύλαξη είναι σαν να στέλνεις τα κείμενά σου σε περιοδικά και εκδοτικούς οίκους. Όταν εμφανίζεται το κόκκινο στην κιλότα αισθανόμαστε ανακούφιση και απογοήτευση συγχρόνως!! Τα δυο θαυμαστικά τα έβαλε χτυπώντας τους αγκώνες της στο τραπέζι της κουζίνας. Η κανάτα με τον χυμό αναποδογύρισε και επιλέξαμε να σώσουμε την κατάσταση με ό,τι έμεινε από το βούτημά μας. Μερικά καλαμάκια έγιναν τότε εξωλέμβια μηχανή και η στρογγυλή της κοιλιά το ηλιοβασίλεμα προς το οποίο κατευθυνθήκαμε.

(Bekännelse på Landbrogatan, Växjö University Press 2008. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Lisa Fishman

Om ovetande

Fastän,
likväl,
ett moln i min mun
ett slammer i mitt mång-
fingrade sinne. I molnet
en tagen förändring. Nej, jag vill inte gifta mig med dig.
Ojämn,
Stevens.
Ja.
Ja, jag störs av slamret, det mångtonade.
Ja, jag äter molnet.

Περί αγνωσίας

Παρ’ όλο που,
εντούτοις
ένα σύννεφο στο στόμα μου
ένας θόρυβος στο πολυ-
δάχτυλο μυαλό μου. Στο σύννεφο
μια ειλημμένη αλλαγή. Όχι, δεν θέλω να σε παντρευτώ.
Άρρυθμε,
Στήβενς
Ναι.
Ναι, με ενοχλεί ο θόρυβος, ο πολύτονος.
Ναι, τρώω το σύννεφο.

(Dear, Read, 2002. Translated into Swedish by Vasilis Papageorgiou and Lo Snöfall. Translated into Greek by Vasilis Papageorgiou.)

Η βαθιά θλίψη

Στην Κλαίρη Μιτσοτάκη

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ξύπνησε μέσα στη νύχτα κάθιδρος και άρχισε να κλαίει, βουβά και αμήχανα πρώτα, γοερά κατόπιν, για την κατάντια της χώρας του, η οποία παρότι μικρή είχε μεγάλα προβλήματα, πράγμα που τον σάστιζε και τον απέλπιζε ακόμη περισσότερο. Το κλάμα του γινόταν όλο και πιο βαθύ, όλο και πιο τρανταχτό, ενώ τα δάκρυά του έτρεχαν όλο και πιο ορμητικά, όλο και πιο καταρρακτώδη. Και κει μέσα στο πηχτό σκοτάδι και τη μονήρη λύπη του ένιωσε κάτι να αλλάζει πέρα σε μια μακρινή, άλλα συγχρόνως και πολύ κοντινή άκρη, κάτι να του ελαφρύνει το βάρος της απόγνωσής του. Ο ποταμός των δακρύων του γινόταν όλο και πιο πλατύς, όλο και πιο σφοδρός, αν και ακριβώς την ίδια στιγμή ήταν και πράος και προνοητικός, ακόμη και χαμογελαστός, παράξενο πράγματι αυτό, αλλά τέτοια συμβαίνουν συχνά στα έγκατα της νύχτας, σκέφτηκε ο πρωθυπουργός, που σχεδόν τραβήχτηκε για να μη βραχεί, απλώνοντας ωστόσο το χέρι του για να νιώσει το νερό, τη στοργική του ενέργεια. Και αμέσως μετά, με όση δύναμη του άφησε η απεριόριστη θλίψη του, ανασηκώθηκε έκπληκτος στο μουσκεμένο του στρώμα, μη πιστεύοντας τα χειμαρρώδη μάτια του. Και τι δεν συνέβαινε κατά μήκος του ακατάσχετου, αλλά προσηνή ρου. Οι υπόγειες φυσικές δεξαμενές γέμισαν νερό, τα ξερά ποτάμια της επικράτειας σχεδόν ξεχείλισαν, νερά έτρεχαν από κάθε κορυφή σε όλες τις πλαγιές, λίμνες και στέρνες ξανάσμιξαν με την παλιά τους χλωρίδα και πανίδα, μικρές και μεγάλες φωτιές στα δάση έσβησαν με μιας. Τώρα ο πρωθυπουργός άρχισε να νιώθει πιο έντονα μια ευφορία ανακατωμένη με ευγνωμοσύνη που η δική του λύπη, τα δικά του δάκρυα μπορούσαν να κάνουν τόσο καλό. Ξάπλωσε και πάλι στο πλωτό του κρεβάτι που τρανταζόταν από το κλάμα του έτσι που και να διευκολύνει τη ροή των δακρύων και να παρατηρεί καλύτερα τι έκαναν στο διάβα τους, τώρα μάλιστα που είχε φανεί ξεκάθαρα ο ευεργετικός τους προορισμός. Άρχισαν να παίρνουν δρόμο παράνομα κτίσματα παντού, εξαφανίζονταν ασυνείδητα αυτοκίνητα σε κάθε δρόμο, σε κάθε πόλη, σε κάθε χωριό, κάθε ασυνείδητος, κάθε ασυνειδησία, καθετί που πρόσθετε ένα αρνητικό άλφα το έπινε το πρωθυπουργικό νερό. Δεν τον κούραζε να κλαίει και να κλαίει. Ήξερε καλά άλλωστε ότι πολύ σύντομα όλα θα ήταν όπως τα σχεδίαζε κάθε πρωί στη μικρή του χώρα που είχε ανάγκη από τόσα δάκρυα, κάθε πρωί και αφού είχε φορέσει στεγνό σώβρακο.

Βασίλης Παπαγεωργίου

Lo Snöfall (bild), Vasilis Papageorgiou (text)

Thessaloniki vid vattnet

Hon gick utmed vattnet, hittade en balans mellan den övre och den nedre kroppen, mellan vänster och höger hand, mellan sina tankar och en enorm mängd av iakttagelser, deras ackumulerade skärpa, deras intima utstrålning. Hon kom in i en lika intim och djup känsla av att ha gått vilse i andra människors påhittighet, i deras ljuvt inkräktande avsikter. En stad utan vertikala gester skulle hon strax mejla om, en utsträckning som snurrar kring sig själv och i närheten av eller strax över en nästan bortglömd men aldrig overksam katharsis. Som att ta av sina vackra skor efter en vacker, lång promenad.

Thessaloniki by Lo Snöfall

Thessaloniki by the water

She was walking close to the water, she found a balance between the upper and the lower part of her body, between left and right hand, between her thoughts and a enormous amount of observations, their accumulated clarity, their intimate resplendence. She entered an equally intimate and deep feeling of having gone astray in other people’s ingenuity, in their delightfully intruding intentions. A city without vertical gestures she would mail about presently, an extension that whirls around itself and close to or just above an almost forgotten but never idle catharsis. As if she took off her beautiful shoes after a beautiful, long walk.

(Ingen hand orörd, Växjö University Press 2007.)

Lars Gustaf Andersson

The Cathedral in Växjö

Δυο πόλεις

Ο πορθμός ήταν γεμάτος θρυψαλιασμένους καθρέφτες
που γυάλιζαν μέσ’ από το παράθυρο του τρένου,

γλάρους από χαρτί, ήλιους από χιόνι,
κομματιασμένες καρτ ποστάλ: όλα έπεσαν

στο νερό. Σήκωσες το χέρι
και παραμέρισες τα μαλλιά που σκέπαζαν

τα μάτια σου. Μια φάλαινα ξεβράστηκε
στην παραλία. Στον μαυροπίνακα

έγραφε: “Ξύπνησα νωρίς
το πρωί και είδα ότι ο κόσμος ήταν έρημος”.

(Ανέκδοτο ποίημα. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Sapfo, 58 A

Singing at Delphi

De violsmyckades vackra gåvor, barn,
den klart klingande lyran som älskar sånger;

en gång var kroppen, gammal nu
håret som var svart har blivit

Tungt är hjärtat. Knäna, förr hjortkalvskvicka
i dansen, bär mig inte.

Ofta sörjer jag detta; men vad ska man göra?
Evigt ung kan ingen förbli.

Det sägs att rosenarmade gryningen en gång
vild av kärlek, förde Tithonos till jordens rand.

Ung och vacker var han. Men fastän gift med en
odödlig hann gråa åldern upp honom till sist.

Kommentar
I föreliggande utgåva inkluderar vi denna nya version av fragment 58. Detta har blivit möjligt efter Martin Wests publicering i Times Literary Supplement, juni 24, 2005 av alldeles nya rader av Sapfo, som året innan avlästes av två tyska forskare vid Colognes universitet i en egyptisk papyrus som enligt West är ”det tidigaste manuskript till hennes arbete som hittills är känt”. Dessa nya rader har hjälpt West att rekonstruera fragment 58 och erbjuda oss en nästan hel ny dikt, vilket måste anses som en stor händelse. Vi följer vår praxis och utelämnar Wests komplettering av de rader som i det antika manuskriptet är ofullständiga. När det gäller första raden föreslår West, i likhet med några tidigare Sapfo-filologer, kompletteringen ”musernas gåvor”, en tolkning som ter sig plausibel. Uttrycket är känt under antiken både före och efter Sapfos tid. Man finner det i olika varianter till exempel hos Homeros, Hesiodos, Euripides och Platon. Sapfo åberopar själv ofta muserna och i fragment 44 A skriver hon ”Musernas underbara”, vilket mycket väl kan syfta just på ”gåvor”.

Tithonos är enligt myten en yngling som den rosenarmade gudinnan Eos förälskade sig i, rövade bort och gifte sig med. Hon bad Zeus att ge honom evigt liv, men glömde att samtidigt be om evig ungdom.

(Sapfo, Dikter och fragment. Tolkning från grekiskan, inledning och kommentarer Vasilis Papageorgiou och Magnus William-Olsson. Stockholm: Ordfront, FIB:s Lyrikklubb, 2006.)

Thanasis Valtinos

Olive trees in Galatista

Broderi på sommarens hud

Fikonträdets skugga är tung.
Dess mjölk olämplig för amning.
Även valnötsträdets skugga är tung.
Dess löv innehåller
en variation av färgämnen och eteriska oljor,
vilkas utdunstningar påverkar mikroklimatet starkt.
Där många valnötsträd finns
blir sömnen kompakt
och genomförs utan drömmar.
Kvinnorna brukade förr i tiden
gnida sina läppar med valnötsblad
för att ge dem en djup,
mörk, sensuell färg.
Däremot är olivträdets skugga
ytterst tunn,
gjord av cikadornas ljud
och silade soldroppar.
Ett broderi på sommarens hud.
Trots sin ålder har olivträdet aldrig betungat jorden.
En likartad skugga har johannesbrödträdet också.

(Thanasis Valtinos och Jean-François Bonhomme: Σχισμή Φωτός. Aten: Olkos 2001. Översättning Vasilis Papageorgiou och Lo Snöfall.)

Konstantinos Kavafis

Rethymno 2006

Ur den outgivna historien

Ofta framkallade Justinianus blick
fasa och vämjelse hos sina tjänare.
Dessa misstänkte något som de inte vågade säga;
och då råkade de en natt bli övertygade
om att han var en demon som hade kommit från helvetet:
han kom sakta ut ur sitt rum och gick
huvudlös runt i slottets salar.

(En av Kavafis “ofullbordade” dikter från 1923. Den återfinns kommenderad i Renata Lavagninis filologiska utgåva Aτελή ποιήματα 1918-1923. Aten: Ikaros, 1994. Översättning Vasilis Papageorgiou och Lo Snöfall. Foto av VP: Rethymno 2006.)

Bertil Malmberg

bertil-malmberg.jpg

Εδώ δεν υπάρχει τώρα και τότε

Εδώ δεν υπάρχει τώρα και τότε
ούτε επερχόμενος χρόνος
ούτε κίνηση ούτε
ακινησία
– ούτε κάτι που έγινε ή που γίνεται
ούτε κάτι που έχει μορφή, ούτε αμορφία
ούτε δύο ούτε τρία
ούτε πλήθος: μόνο ένα.
Προσηλωμένο στο τίποτε
αναπαύεται στον εαυτό του.
Προσδεμένο στο τίποτε
αναπαύεται στο τίποτε
και καμιά εικόνα δεν μπορεί να συλλάβει
κανένα όνομα
της ουσίας του τη χλομή απουσία ουσίας. Ήδη
το «σκιάς σκιά» είναι
υπερβολικά συγκεκριμένη παρομοίωση.
Και ωστόσο
καμιά συμπαγία δεν συγκρίνεται με τούτη.
Δεν διαθέτει κανένα πόρο
όπου θα μπορούσε η μύτη έστω μιας βελόνας να εισχωρήσει.
Ο γκρίζος γρανίτης αρχέγονου βουνού είναι σε σύγκριση
αραιός σαν κόσκινο.
Τόσο πολύ είναι εντελώς ένα.
Τρέμω
τον θάνατο αυτόν που ποτέ δεν πεθαίνει
τη ζωή αυτή που ποτέ δεν έχει ζήσει
αλλά υπάρχει και υπάρχει και υπάρχει
αιώνια.

Ω τριαντάφυλλα μιας μέρας
ω πλήθος ποικιλία ανεμοθύελλα πλανήτες
ιχθυοτρόφε ωκεανέ
φεγγαρόφωτα νερά
αστραφτερά δίχτυα
ω παροδικότητες:
με σας θέλω να ανυψωθώ
με σας θέλω να πορευτώ
στο μπουμπούκιασμα στην άνθιση και στον θάνατο.

(Under månens fallande båge, 1947. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Kenneth Koch

Kenneth Koch by Lo Snöfall

Two plays from One Thousand Avant-Garde Plays. New York: Alfred A. Knopf, 1988. Translated into Greek and into Swedish by Vasilis Papageorgiou. The portrait of Kenneth Koch is by Lo Snöfall, first published in Sti skia tou trenou (In the shadow of the train, a volume with poems by Kenneth Koch and John Ashbery (Κέννεθ Κοκ και Τζον Ασμπερυ) translated into Greek by Vasilis Papageorgiou. Thessaloniki: Hyperion, 1997). In the photograph Karen and Kenneth Koch in Thessaloniki, June 1997.

Η επιστροφή του Οδυσσέα

ΠΗΝΕΛΟΠΗ Οδυσσ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ Είμαι

ΠΗΝΕΛΟΠΗ Εκείνο

ΟΔΥΣΣΕΑΣ Πηνελ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ Γκομπλέν

ΟΔΥΣΣΕΑΣ Υφαντό

ΠΗΝΕΛΟΠΗ Τούτο

ΟΔΥΣΣΕΑΣ Όχι

ΠΗΝΕΛΟΠΗ Μνηστήρες

ΟΔΥΣΣΕΑΣ Σκύλος

ΠΗΝΕΛΟΠΗ Αναγνώρισε

ΟΔΥΣΣΕΑΣ Γηραιή

ΠΗΝΕΛΟΠΗ Τροφός

ΟΔΥΣΣΕΑΣ Είμαι

ΠΗΝΕΛΟΠΗ Εσύ!

*

Μια άλλη επιστροφή του Οδυσσέα

(Ο ίδιος ηθοποιός παίζει και τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη.)

Λοιπόν, Πηνελόπη, εδώ είμαι. Φόρεσε το πιο λεπτό σου φόρεμα και πάμε να μας δει η πόλη. Θέλω να δείξω σε όλους τους μνηστήρες τι έχουν χάσει. Και βέβαια θα το φορέσω! Να δείξω επίσης σε όλους ότι είμαι εδώ. Ω, είμαι τόσο χαρούμενος που έχω επιστρέψει, Πηνελόπη! Θα έπρεπε να είσαι. Μα είμαι. Οδυσσέα, αγάπη μου! Ω, γλυκιά μου!

Karen and Kenneth Koch in Thessaloniki

Odysseus hemkomst

PENELOPE Odyss

ODYSSEUS Jag

PENELOPE Det där

ODYSSEUS Penel

PENELOPE Gobeläng

ODYSSEUS Vävning

PENELOPE Det här

ODYSSEUS Nej

PENELOPE Friare

ODYSSEUS Hund

PENELOPE Igenkänd

ODYSSEUS Gammal

PENELOPE Amma

ODYSSEUS Det är

PENELOPE Du!

*

En annan hemkomst av Odysseus

(En enda skådespelare spelar både Odysseus och Penelope.)

Nåväl, Penelope, här är jag. Ta på dig din tunnaste klänning och låt oss gå på stan. Jag vill visa för alla friare vad de gått miste om. Åh, klart jag ska göra det! Och visa alla att jag är här. Åh, jag är så glad att vara hemma, Penelope! Du borde väl vara det. Nåväl, jag är. Bedårande Odysseus! Åh, min söta!

Elena Penga

Autumn

Naken kvinna

Hennes bröstvårtor är mjuka, upprättstående, runda, släta, röda.
Hon ligger naken i den varma lägenheten som är upplyst enbart av
enorma röda lampor. De ser ut som stora blommor på tyg. Hon
sover. Hon är i sitt hem i staden, en stor stad, en stad som inte är
hennes. Hon har aldrig känt att staden var hennes, hon har aldrig
känt något som hennes eget annat än den fullständigt personliga
känslan av en ständig exil från världen som hon befolkar, med sin
kropp.

Den, hennes kropp, så som den är exponerad i sängkläderna liknar
den ett öde, fridfullt landskap. Hennes älskare har då och då tagit
sin tillflykt till det. Hon har haft älskare. Vackra, mjuka, med härliga
rumpor.

Hon sover. Tevens glasruta är upplyst, den står på. Säger vi inte så?
Teven står på. Bakom rutans glas en rockstjärna, Bono, med fluffigt
hår, han har på sig en jacka med pälskrage, fluffig den också. Fluffigt
passar honom. Han växte upp, säger han, i en religiös miljö, på en
plats där människorna dör för sina trosideal. Han växte upp på Irland.
Nu pratar han om Amerika, om logotyper till kända märkeskläder,
märkesskor, märkeshotell. Han säger att barnen i hans land, Irland,
slåss för ett par Nikeskor. Han tycker inte om det. Men det som
han i Amerika tycker om när han kör bil genom väststaternas öde
vidder är att se upplysta logotyper mot horisonten, märkesnamn i
skyltar av neon. De signalerar att han äntligen närmar sig en befolkad
plats. Bensinstationer med röda stjärnor som emblem, kemtvättar,
snabbköp, motell. Historien kommer att vara sträng mot oss om vi
ger mindre till de andra samtidigt som vi blir rikare.

Den sovande kvinnan liknar ett skeppsbrott. Halva hennes kropp
sticker ut, medan den andra halvan förblir försjunken i sömnens
dvala. Teven står på.

Genom glasdörrarna i hennes lägenhet syns lägenheten i huset
mittemot i full belysning, fullt med riktiga växter, med soffor,
bokhyllor, små prydnadsföremål, den ser ut som teaterkuliss. En
påklädd man rör sig där. Vad gör han egentligen? Det är söndag. Det
regnar ute. Det åskar och blixtrar. Krukorna rinner över, växtbladen
lyser. Kan mannen deras namn? Namnen på växterna på hans
balkong? De hade nämnt dem för honom, de två kvinnorna som
har den stora plantskolan på strandvägen, de hade nämnt dem för
honom, han mindes dem en kort tid, sedan glömde han dem. Hans
växter är utan namn. I exil i en fin stadsdel, mitt i stan.

Det är natt. En radiostation hörs någonstans. Men var? Den hörs
genom luften. Tillsammans med åskan och blixten. Den står på.
Säger vi inte så om radion? Den står på, säger vi. Musiken står på.
Vi gör musik. Men lådor också. Vi lever inuti lådor som vi gör för
att bättre kontrollera oss själva och de andra. Vi lever inte inuti
musikinstrument. Trots att vi gör sådana också.

Kvinnan sover. Mannen i lägenheten mitt emot står orörlig just nu,
söker något, ett minne. Kanske ett nyckelhål. En naken kvinna.

Känner du fortfarande så? Ja. Det gör jag. Ja. Ja. Ja. Ja.

Den sovande kvinnan liknar ett skeppsbrott. Halva hennes kropp
sticker ut ur vattnet, medan den andra halvan förblir nedsjunken i
det, nedstucken i sanden. Eller snarare liknar hon ett telefonnummer.
Du skriver ned det någonstans i all hast, sedan hittar du inte det,
ingen chans att hitta det, du letar och letar. Du glömmer det. Tills
det oförhappandes dyker upp ett annat ögonblick, du ser det skrivet
framför dig. Skrivet.

Du tänker på kartor. Du behöver dem ibland för att hitta platsen du
bor på, för att hitta din väg bland handlingar och händelser. Vissa
samlar på verkliga kartor. Gamla. Väggarna i deras hus är täckta
av kartor från golv till tak. Inramade. En gång om året plockar en
kvinna, hustrun eller städerskan, det beror på, ned alla ramar för att
damma av dem. Sedan hänger hon dem på deras ursprungliga plats.
Hon fotograferar dem med en polaroidkamera för att kunna se i
vilken ordning de åter ska hänga på väggen. Hon skapar sin egen
karta med hjälp av polaroidbilderna, en guide. Du också behöver en
sådan. Du måste göra den.

Kvinnan sover alltjämt denna regniga natt. Hon visar sina bröst för
den öppna rymden. Det finns inga ögon som kan se på. Inte just nu.
Hon har visat dem för ögon vid andra tillfällen. Hon har suttit i en
öppen bil. Bilen körde då på en motorväg. Kvinnan tog av sin blus
och sin behå, hon visade sina bröst för natten, för mannen bredvid,
för vinden. Små frihetshandlingar, då. Och nu.

Du köper en stor sil. För matlagningen. Och då sätter du den på
huvudet, som hatt. Du packar in alla möblerna i huset som om du
skulle flytta , du låter dem stå så, bjuder hem dina vänner, inte för att
de ska se på dem, inte heller för att se deras reaktioner, det handlar
inte om någon konstinstallation, trots att de försöker påverka dig
åt det hållet. Du bjuder hem dem för att det slumpar sig så. Du
gömmer dem bara inte. Du är inte intresserad att behålla dem bara
för dig själv.

Kvinnan sover. Hon visar upp sina bröst. Oavsiktligt? Det finns inga
ögon som kan läsa dem. De är skrivna. Just nu finns det inga. Men
kanske en annan tid kommer det att finnas. Kanske inte.

Förborgad skönhet. Och regnets doft i den lilla jorden i krukorna.
Yves Saint Laurent har spenderat mycket pengar på sitt laboratorium
för att kunna återskapa regnets doft i den våta jorden.

Trivs du här? Ja. Lukta på det. Här. Ja. Lukta på det just här. Ja.

Vad är nuet? Det som du ser är det. Detta här nu. Titta på det.

Du har varit olycklig. Ja. Men i extas också. Ja, i extas också.

Du har dykt en sommar i ett grunt hav, fyllt av båtar. Små. Små båtar.
Du har hållit deras rep, har dragit dem. Glöm inte det. För att din
kropp minns.

Nu ser hennes kropp tankfull ut, mycket allvarlig. Tam, tämjd.
Domesticerad. Begären föds i kroppen av sinnena, men i hjärnan, i
själen, hur? Som regnets doft i den våta jorden. Och det onda, hur
föds det? Av en slump? Av misstag? Du klipper kattens morrhår av
ren nyfikenhet, för att se hur dess nos ser ut utan det. Utan morrhår
förlorar katten sin balans och sin orienteringsförmåga. Något
liknande händer med fjärilens vingar också. Om du vidrör dem, om
du tar bort fjunet som de har på sina vingar, flyger inte fjärilarna
igen. Du tror inte det, du vill bekräfta det. Föds det onda eller finns
det bara? Preexisterar. Som instinkterna. Som det som vi mer än
något annat förväntar oss. Och som inte har ägt rum än. Kommer
det att födas? Finns det?

Okunnighet. Vad vet vi? Du. Jag. Den nakna kvinnan. Den påklädde
mannen. Växterna. I exil tillsammans. Vi. Just nu. Här.

Teven är på. Den visar händelser från katastrofer och krig. Scen efter
scen. Avståndsbilder, närbilder. Hus i lågor. Män med gevär. Döda
kroppar. Blod.

Kvinnan tog av sin blus och sin behå, hon visade sina bröst för
natten, och somnade. Hon drömmer. En stor park med en sjö i. Och
många ankor.

En anka attackerar en annan, sätter sig på den, biter den i nacken om
och om igen. Ankan har kastat ned den andra ankan och sliter i dess
hals. Tills den tar livet av den.

(Översättning Michael Economou och Vasilis Papageorgiou. Texten ingår i en antologi med de grekiska prosaförfattarna Dimitris Kalokyris, Klairi Mitsotaki, Dimitris Nollas, Elena Penga och Thanasis Valtinos: Gräset doftar starkt. Fem samtida grekiska prosaister. Växjö University Press 2009.)

Dimitris Kalokyris

Sömnens krysantemum

Dimitris Kalokyris, collage Collage by Dimitris Kalokyris

När den barmhärtige Shiva för en stund slöt sina ögon blev det
mörkt i världen och han drömde för första gången i historien den där
drömmen om regnet som många sedan dess har drömt: en oändlig
flod av mynt, sades det, faller dundrande från himlen och fickorna
har inte plats för de ambivalenta slantarna som översvämmar
handflatorna och glider bort från de omfamningar som man förtvivlat
försöker uppfinna; myriader faller och skingrar sig som kiselstenarna
på stranden, som fiskstimmen som rusar fram i drömmens klara hav;
för att denna dröm är en allegori över människans förtvivlan att
kunna förvärva frihetens motvärde utan att det kostar henne något,
av naturliga skäl och utan ömsesidiga affärer. Under de femtiofyra år
som Scipio levde vet vi att han varken köpte eller sålde någonting.

Hur som helst: vad förväntar sig alla som tittar mot himlen?
Regnet, ett gudomligt ingripande som ska befria oss från nederlagets
vanära? När lufttrycket är lågt drar guldet som slumrar i Historiens
jord spiralformigt till sig hymenoptera, hemiptera, lepidoptera och
blixtnedslag. Thukydides (A, 6) skriver att atenarna hade en cikada
av guld i håret som symbol för sitt ursprung. Men kanske fungerade
det som en signal om de inföddas urgamla maskopi mot Athenas
moderna uggla och mot demokratin i största allmänhet.

*

Varje kväll räknade han mycket försiktigt havets vågor, som om
de vore mynt, bortglömda i de evinnerliga drömmarna: en spansk
silverreal, som visade Filip IV, är lika med två och en halv dukater,
det vill säga lika med en venetiansk zecchino; det samma som att
säga att ett holländskt mynt med ett lejon på ena sidan kunde växlas
mot åttio turkiska mynt runt Egeiska havet, och i Baltikum mot tre
gamla floriner, med en blomma på ena sidan och ett ansikte på den
andra, precis som på mynten av den siste grekiske kungen i norra
Indien, Hermaios, som under namnet Heramayasa regerade under
första halvan av första seklet. När han fick problem med omgivande
folkstammar bad han faktiskt kejsar Cheng Di från Handynastin om
hjälp, men kinesen undvek till slut att blanda sig i, vilket fick som
resultat att hellenismens sista spår några år senare erövrades och
försvann. Hermaios regerade under många år i Punjab-trakten. Flera
av hans mynt är bevarade, de har inskriptioner på två språk, grekiska
och indiska, och återger hans byst i olika versioner. ”Hur rörs inte
greken av att läsa grekiska…”, som poeten skulle skriva; hur indiern
upprörs när han tittar på den lockiga gestalten vet vi inte.

”Myntet får inte sitt värde från materialet det är tillverkat av utan
snarare från den avbildade härskarens gestalt”, tänkte den vise.

Tyvärr har allt detta förstörts för all framtid. Men om det inte
fanns våldsamma katastrofer skulle inte heller arkeologin finnas,
skrev vetenskapsmannen och räknade vattnets mynt, stundom falska,
det vill säga fattiga på koppar och försilvrade eller förgyllda, och
ibland av rent silver, ”de vackraste och mest klingande”, precis som
atenarnas.

Sedan dess hanterades den intensiva myntdrömmen av en
brunhårig kvinna från Kaspiska havet, en sådan vars kläder i sagorna
flaxar i häftiga vindar och vars hår glänser (ni vet ju hur), med en
svart skugga runt ögonen, lika svart som sjöborrens tagg. Hon bar
alltid ett persiskt smycke på sin förgyllda hals och hon hade de långa
fingrarna täckta med guldstoft utvunnet ur krossade malmer från
Uralbergen. Det sägs att hon märktes av en försilvrad blixt den
nionde mars, då hon var gravid, på Sankte Symeons dag, vilket betyder
att märkena förs över till fostret. Hon födde en dotter som maldes
levande när hon var sjutton för att hon inte tillräckligt gav efter för
en kavalleriofficer som blev ytterst utom sig inför hennes åsyn som
köpts för silver, men främst för att han blev förtvivlad av att hon
sedan födseln haft en levande skålsnäcka fäst vid sin ängs klitoris, på
sitt fjuniga venusberg, på exakt den plats där ryckningarna för alla
andra kvinnor blommar, vilket medförde att hon ständigt gick runt
i orgasmisk förstening och med en extatisk glans över ögonlocken.
Hon kom senare att dyrkas som traktens helgon.

Under natten drömde hon om månens motvärde; under dagen
drömde hon om ljusets order och sinnenas pedagogik. Det sades att
hon på ett underligt sätt, som om det kom från himlen, strax innan
de ovannämnda händelserna om den fullständiga nermalningen ägde
rum, blev gravid och födde ett dött barn som begravdes med ett
förgyllt sestertium i munnen för att betala vid Acherousiasjön, men
när arkeologernas hackor efter tolv generationer öppnade graven
fann de skelettet av en yngling som hade en rubel i munnen och
fyra kopek överst på pannan, tydligen på grund av skillnaden i den
monetära likvärdigheten från epok till regim och tvärtom.

Den fattige vill ha pengar men Gud ger honom barn, säger man
sedan dess på denna plats och staden Sevasteia fick namnet Shivas,
där prästen under händelsernas häftiga utveckling plötsligt undrade
för ett ögonblick: Även om han fanns, av vilken anledning ska man
älska Gud?

Han tänkte ut sju, åtta tusen anledningar, hittade på en hel del
till, men förgäves. Inte ens den oupphörliga kedjeorgasm som
framkallades med hjälp av helgonets vattenskålsnäckas medlidande
var tillräcklig som svar och han sjönk i myntens blomsterrika sömn,
efter att han hade tämjt de innerliga vinrankorna och sin stofthyddas
klättrande murgröna, och spelat krona eller klave med månens
månatliga faser. Han ansågs vara desertör och försvunnen.

När den barmhärtige Shiva för en stund slöt sina ögon blev det
mörkt i världen.

Och det är ett faktum att inget sedan dess har fått de sanna
poeterna att be.

(Siffrornas museum, 2001. Översättning Michael Economou och Vasilis Papageorgiou. Texten ingår i en antologi med de grekiska prosaförfattarna Dimitris Kalokyris, Klairi Mitsotaki, Dimitris Nollas, Elena Penga och Thanasis Valtinos: Gräset doftar starkt. Fem samtida grekiska prosaister. Växjö University Press 2009.)

Gabeba Baderoon

Cinnamon-Helsinki

Κανέλα

Πέφτω έξω
από τη ζεστή εσάρπα
της ιστορίας.

Μάτια κατέρχονται το δέρμα μου
σαν μοναχό δάχτυλο.

Σε βρίσκω

ανοιχτό σαν αντίσκηνο.
Είσαι κανέλα
καμπυλωμένη γύρω μου.

(The Dream of the Next Body, 2005. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Klairi Mitsotaki

Medalj M. M.

Trapporna leder allt djupare. Vart nionde steg en avsats, inte mer än två meter lång. Varje steg högt. Med varje kliv blir nedstigningen häftigare. Omöjligt att göra en paus. Där bakom blir pyramiden större, skjuter ständigt i höjden. Dess topp döljer nu solen. Färgerna försvinner. Kylan sprider sig. Först i kroppen. Senare överallt, i luften.

Plötsligt jord. Mörk jord, fet, som kallar på en. Första tanken är att lägga jord på kroppen för att värma den. Att svepa in, täcka sig med jord. Händerna tar tag i den, rör, gräver i den. Fingrarna känner något hårt. Jorden drar sig undan, en hel yta grävs upp, täckt av arbetat guld. Arbetat för att klä en människokropp. Nacken, handleden, armarna, skenbenen, midjan. Jag lyfter upp guldhalsbandet, sätter det på mig. Blodet studsar som andetagen.

(Metallia (Medaljer), 1993. Översättning Vasilis Papageorgiou och Lo Snöfall.)

Dimitris Nollas

aten.jpg

Den gamle fienden

    Det hemsöker mig alltid i min sömn
    det tredje fönstret ett skoningslöst öga
    (Nikos-Alexis Aslanoglou)

Under en lång promenad kom jag att tänka på möjligheten att
jag befann mig i en sedeskildring och inte i en av Pireus äldsta
stadsdelar, där jag länge bekymmerslöst nu gått runt i de trånga
flyktinggränderna. Min misstanke blev till visshet när jag förstod
att jag under den största delen av min sträcka hade följt efter en
kringvandrande gatuförsäljare, som en lång tid hade lockat mig med
sig och fått mig att ströva runt ett osynligt centrum som blev alltmer
avlägset, alltmer oklart, ju längre tid som jag förvirrat följt efter
honom.

Det var uppenbart att det var något som lockade mig hos denne
man. Jag måste ha känt honom, ha träffat honom i det förflutna, så
som han fick mig att fastna bakom honom och följa honom likt en
jakthund efter sitt byte. Jag kunde inte minnas vem han var, men jag
var säker på en sak: den tid då jag kände honom måste vara långt
borta och det fanns ingenting som förebådade hans nuvarande svåra
belägenhet.

Utan att vara helt medveten om det hade jag följt honom in på två
caféer och ett bageri, där jag köpte ett kilo klenäter för att rättfärdiga
min närvaro, och nu befann jag mig i en smutsig håla fylld av vinfat
som hotfullt hängde över de få kunderna, vilka, misstänkte jag,
utgjorde en del av ett imaginärt sceneri, eftersom krögaren fyllde
bägaren med vin som mannen beställt från en flaska bakom disken
och inte från en av tunnorna som prydde hans mörka ställe. Vilket
han också gjorde för mig lite senare, när jag sjönk ned på en stol, fast
besluten om att avsluta min plågsamma vandring.

Denne man, så som jag kunde förstå efter att ha slösat bort en
hel förmiddag i hans sällskap, försökte med liten framgång att sälja
bulgariskt luktvatten. Hans sätt att gå, hans slitna mockasiner som vid
varje steg tycktes i färd med att lämna kvar sina klackar på asfalten,
hans sätt att släpa sin vänstra fot efter sig, men främst hans sätt att
uttala det dubbla l, som om han ville dränka det i saliven varje gång
han ropade ”Luktvatten, bulgariskt luktvatten”, gjorde att jag blev
som fastklistrad vid honom. Det var allt det här som fick mig att tro
att jag gick genom de första raderna i en sedeskildring.

Han satte sig vid bordet mittemot mitt och om hans blick inte
vore så trött hade hans ögon säkert kunnat tränga rakt genom mig,
så som han riktade den mot mig.

”Tio kronor bara”, sade han. Utan att röra sig från sin plats visade
han mig provflaskan som han uppvisade för alla och han drog sin
stol närmare min, utan att jag bett honom att göra det. ”Vi två måste
ha träffats”, tilla han med en familjär ton som harmonierade helt
med platsen och han nämnde namnet på en sorglig förort i det torra
Attika, där vi en gång skulle ha hållit till i samma bowlinghall.

Jag skyndade mig att förneka det, som om jag inte borde låta
honom ta initiativet till detta igenkännande. I helsike, sade jag inom
mig, det är ju jag som följt honom en lång tid nu, inte han som följt
mig.

Jag erbjöd honom lite av mitt vin och började söka i det förflutnas
kartotek, jag gick fort från minnets vita rutor till de svarta och undrade
om vi hade gått i samma skola, om vi varit tillsammans i armén eller
om vi arbetat tillsammans i hamnen i Perama, där jag under några år
arbetat på ekonomiavdelningen hos ett företag som gjorde skrot av
gamla fartyg. Det sistnämnda tycktes mig vara det troligaste.

Jag inväntade ängsligt hans svar, för jag förstod nu att jag kände
igen denna blick. Det kunde jag svära på. Kanske var det inte den
varmaste blick som någonsin mött min, men jag kände igen den, jag
kände hans blick väl. Och jag väntade på en bekräftelse.

Han började med en ganska intressant inledning men den var
också på tok för lång och närmast ovidkommande för vårt problem.
Det trodde jag i början.

”Jag, min herre”, sade han och tvekade som om han tänkt om.
”Min herre, på grund av mitt arbete får jag varje dag möjligheten
att möta allting från början. Jag går överallt och detta tillåter mig att
återvända till för mig kända gator och åter träffa gamla bekanta som
trott att jag glömt dem. Jag möter alla och allting från början på ett
nytt sätt. Men vid det senaste tillfället såg jag någon som fick mig
att inse att jag sökt honom i hela mitt liv men han gled undan i sista
stund. Jag kände igen mannen, en gammal vän som för länge sedan
hade gjort mig illa. Han hade orsakat mig skada och jag kunde inte
glömma det. Trots att det hänt mycket under åren som gått sedan
dess, vilket borde ha lindrat smärtan i angreppet, mindes jag det hela
tiden, fast inte lika starkt som under den första tiden. Sålunda följde
jag efter honom och undrade ständigt varför jag inte kunde glömma
honom. Skadan som han hade orsakat mig var inte så stor, vilket
framgår av att jag knappt mindes det, men det som började skrämma
mig mest var att alla mina möten med okända människor från det
förflutna kanske inte hade med slumpen att göra utan det handlade
om den plågsamma jakten på en enda människa, den som nu gick
framför mig. Och om någon såg oss, så som jag hade koordinerat
mina steg med hans, hade man kunnat konstatera att inte bara våra
kliv utan också våra händers pendelrörelser var lika, så till den grad
att vi borde se ut som varandras spegling. Och hela tiden undrade jag
vad det var som plågade mig och inte lät mig bli fri från hans minne
som hade förvandlats till en mardröm.”

Här andades han djupt och det tycktes mig som om han ville
kontrollera vilket intryck hans ord gjorde på mig. Jag försökte dölja
min irritation och beställde motvilligt en halvliter vin till. Jag befann
mig återigen nära den mörka gränsen till en situation, vilken jag
trängde allt djupare in i och vilken jag skulle ha svårt att komma ur,
om jag inte bestämde mig vad exakt det var som också jag, i min tur,
var ute efter.

Han reste sig som om han skulle ge sig iväg och innan jag hann
förstå hur svårt allt detta var, började han nynna med i en sång som
hördes från en osynlig kassettbandspelare. Den nasala underjordiska
melodin ackompanjerade den underliga sångtexten, vars mumlande
tonade fram som en hymn till ångern:

Aldrig mer spelar jag tärning
inte heller rummy eller vira
även om man erbjöd mig
himlen och stjärnorna

I samma stund, som om han förlorat något värdefullt, som kanske
hade ramlat ned, snurrade han långsamt runt sig själv och tittade
djupsinnigt mot golvet runt sina fötter. Hela denna ritual fungerade
som en rökridå mot sången, eftersom det var helt uppenbart att hans
fötter sade en sak och hans hjärta en annan. Hans röst var så full av
längtan, att han i samma ögonblick som han sjöng upphävde sångens
budskap. Det ljöd som om han vore beredd att göra om det som
sångtexten klagade på. Som om han längtade efter – ännu värre, som
om han redan planerade att göra allt det som natten förde med sig,
just som den närmade sig med sina egna råd, medan han redan nu
drömde om dess utveckling.

Ingen hade märkt hans dansrörelser när han strax därpå kom och
satte sig intill mig igen. Han fortsatte som om den dansmusikaliska
pausen aldrig hade ägt rum, och jag kunde inte släppa innehållet i
sången.

”Och då hände det allra underligaste”, sade han. ”Ju mer jag följde
i hans spår, helt säker på att jag inte skulle tappa bort honom, men
utan att närma mig honom för att presentera mig som om jag vore en
okänd, desto klarare mindes jag en annan händelse som ägt rum under
den tid då han var försvunnen, och som jag hade bevittnat. Det var
ett lugnt samtal vänner emellan, vilket emellertid fick ett dåligt slut,
och kanske var det minnet av denna inskjutna historia, under den
tid han var frånvarande, som var anledningen till att jag undvek att
närma mig honom. Men vad skulle jag göra med honom egentligen?
Inte ens Gud visste det. Den där händelsen utvecklade sig så här:
Vid ett bord bredvid satt två bekanta till mig och diskuterade. Jag
hade till och med arbetat ihop med en av dem på flera båtar. De var
nära vänner, irriterande nära, och jag hade aldrig sett dem med annat
sällskap. Och plötsligt, medan de pratade om något obetydligt, reste
en av dem sig, jag minns inte vem, och när han gett ifrån sig ett skrik
fyllt av smärta drog han kniv och tryckte den i den andres bröst. Han
slaktade honom direkt. Det tog mig många dagar att återhämta mig
och jag tror att anledningen till att jag dröjde med att närma mig min
gamle fiende och ständigt höll ett konstant avstånd till honom hade
sitt ursprung i denna chock.”

Han hade inte för avsikt att låta mig säga ett enda ord eller
kommentera hans historia. Under tiden tömde vi halvliter efter
halvliter i snabb takt. Han för att han blev torr i halsen av detta
oändliga berättande och jag för att svalka av ledan som orsakades av
hans osannolika dubbla historia.

”För att vi två, min vän”, sade han med uppfräschad familjaritet,
”så som vi nu sitter här, har alla möjligheter att med varje ord som
rullar ut ur våra munnar förorsaka det onda. Vartenda ett av våra
ord kan bli en källa för det onda. Det är anledningen till att vi är
försiktiga, precis som alla som närmar sig en annan för första gången.
Men de där två hade redan sagt allting i sina liv, allt det som kunde
göra dem oense. Och ändå fanns det kvar ett ord till, det som de inte
hade uttalat än, och som väckte den andre som de i många år gömde
inom sig och som de kämpade att tillfredsställa med andra ord.”

Plötsligt reste han sig och utan att säga ett ord till gick han ut och
stannade utanför dörren, osäker på i vilken riktning han borde gå.
Kylan hade trängt fram i eftermiddagens dvala, och jag kände hur
syret jag andades skar i mina näsborrar. Jag undvek bestämt både att
påpeka för honom att han borde betala den del av räkningen som
var hans och att fråga om hans namn, eftersom jag, utifrån hans
berättelse, började misstänka att poetens ord ”ta mitt ord, ge mig din
hand” skulle gömma många riskfyllda överraskningar.

Han stannade vid ytterdörren och på ett diskret sätt lyckades
han kontrollera några lätt raglande steg. Han började förtvivlat leta
i sina fickor, ömsom lät han fingrarna söka runt, ömsom sänkte han
händerna djupt ned och med en tankfull min drog han sedan mycket
omsorgsfullt upp små papperslappar, bleknade anteckningar med
adresser och telefonnummer, kvitton och räkningar och bötesavier,
vilka han undersökte med en överdriven uppmärksamhet. Han
absorberades av dessa trasiga papperslappar som han studerade
mycket noggrant och detaljerat i det nedstigande violetta ljuset, som
om han skulle fatta ett stort beslut eller omedelbart betala någon av
dessa räkningar. Han gjorde sig till en mycket upptagen person, han
låtsades vara lugn med oändligt mycket att göra, kanske för att han
trodde att det alltid finns någon som iakttar oss, som följer efter oss,
och som vi måste vilseleda.

(O palaios ehthros (Den gamle fienden), 2003. Översättning Michael Economou och Vasilis Papageorgiou. Texten ingår i en antologi med de grekiska prosaförfattarna Dimitris Kalokyris, Klairi Mitsotaki, Dimitris Nollas, Elena Penga och Thanasis Valtinos: Gräset doftar starkt. Fem samtida grekiska prosaister. Växjö University Press 2009.)

Jordan Davis

Bike in Turku/Åbo

Ένας αδελφός στη Βαλτική

Πως το ζεστό αυτό γέρσιμό σου
σαν πλανήτης έχει
επιβάλει
το κρυφοκοίταγμά σου
σε μια υποπλοκή,
μήπως κρατάς
δυνάμεις για μια διαφωνία

ο κινητήρας ενός εφήμερου

ένα ηρεμιστικό
μ’ έκανε να παρατηρώ
τη σαβούρα και τους κρίνους

Αγάπη μου, άκου
το τραγούδι που σου τραγουδώ

Αυτοί οι αστείοι ήχοι είναι ερωτήσεις

Ακύρωσε ό,τι σχέδια κάνεις για κανένα υπνάκο,
θα ψάξουμε τα ρούχα
που είναι ριγμένα πάνω στα σκουπίδια

πληθυσμιακός έλεγχος σημαίνει
την εμπέδωση του πλούτου

Θέλω να πω ότι σε ακούω
σαν τη σύνθλιψη που καταρτίζει τον εναλλασσόμενο εαυτό μου

τη θλίψη σε ό,τι αφηγείται

(Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Eva Runefelt

Παιδική ηλικία

Γαλάζιο δωματίου, αυτό το γυάλινο παιχνίδι των γωνιών
Οι νυχτερινές σκηνές στις κόχες, το πιάνο με ουρά
διαμέσου των παιδικών χρόνων, σχεδόν σκοτάδι

(I ett förskingrat nu, 2007. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Τζον Άσμπερυ / John Ashbery at 80

John Ashbery by Lo Snöfall

Στις 28 Ιουλίου 2007 ο Τζον Άσμπερυ κλείνει τα ογδόντα του χρόνια. Τα Χρώματα τον τιμούν δημοσιεύοντας την προσωπογραφία του ποιητή από τη Lo Snöfall και το πεζό ποίημα του Βασίλη Παπαγεωργίου (για πρώτη φορά στα Ελληνικά), το οποίο στοχάζεται την προσωπογραφία. Και τα δυο βρίσκονται στη συλλογή Handens blick (Το βλέμμα του χεριού), Ellerströms 1998. Δημοσιεύονται για πρώτη φορά επίσης δυο φωτογραφίες τραβηγμένες από τον Βασίλη Παπαγεωργίου στη Θεσσαλονίκη το 1997, τότε που η πόλη ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Στην πρώτη βλέπουμε τον Τζον Άσμπερυ με την ερευνήτρια Krystyna Mazur σε μπαρ της Προξένου Κορομηλά. Η δεύτερη δείχνει τον Τζον Άσμπερυ και τον Κέννεθ Κοκ μπροστά στο ξενοδοχείο Ηλέκτρα.

Den 28 juli 2007 fyller John Ashbery åttio år. Chromata hedrar honom med Lo Snöfalls porträtt av honom och med Vasilis Papageorgious prosadikt som är en betraktelse över porträttet. Båda återfinns i boken Handens blick, Ellerströms 1998. Här publiceras också för första gången två fotografier tagna av Vasilis Papageorgiou i Thessaloniki 1997, då staden var Europas kulturhuvudstad. I det första ser vi John Ashbery tillsammans med forskaren Krystyna Mazur på en uteservering i närheten av hotellet Electra Palace. Den andra bilden visar John Ashbery tillsammans med Kenneth Koch framför Electra Palace.

Ashbery and Krystyna Mazur in Thessaloniki

Τα μάτια του Τζον Άσμπερυ λάμπουν από προσήλωση. Προσήλωση σε μια θέληση που δεν θέλει. Μια τραγική θέληση που χαμογελά στο τραγικό. Το τραγικό: ειρωνεία που δεν είναι στραμμένη προς κάποιον. Μια ειλικρινής ειρωνεία, τόσο ειλικρινής όσο και η άβυσσος, τόσο ειρωνκή όσο και οι μεταμορφώσεις της αβύσσου. Η προσήλωση, η ειλικρίνεια, το τραγικό και η ειρωνεία προσφέρουν στην άβυσσο την ασπρόμαυρη μορφή της. Το πρόσωπο του Άσμπερυ ως άβυσσος. Το απροσμέτρητο βάθος της αβύσσου μετατρέπεται σε επακρίβεια στην κάθε λεπτομέρεια που το χέρι έχει δημιουργήσει. Η προσωπογραφία της αβύσσου: το απόκοσμο ως κοσμική κατάφαση.

John Ashberys ögon lyser av hängivenhet. Hängivenhet för en vilja som inte vill. En tragisk vilja som ler åt det tragiska. Det tragiska: en ironi som inte riktar sig mot någon. En ärlig ironi, lika ärlig som avgrunden, lika ironisk som avgrundens förvandlingar. Hängivenheten, ärligheten, det tragiska och ironin skänker avgrunden sin svart-vita gestalt. Ashberys ansikte som avgrund. Avgrundens omätliga djup blir till exakthet i varje detalj som handen har frammanat. Avgrundens avporträttering: det världsfrånvända som kosmisk bejakelse.

Ashbery and Koch in Thessaloniki 1997

Eva Runefelt

Φαιότητα

Greyness

Αυτό που αποπερατώνει εγκλείει
αποσπά και αποκλείει
υπολείπεται

    χιόνι, άσπρο
    είσαι ένα
    αυτό
    που ο άνθρωπος

δεν είχα κανένα λόγο να μιλώ
ώστε να μπορούν οι άλλοι να μ’ ακούν
συναναστρεφόμουν πράγματα που γερνούν αργά,
τη δυνατή άνοδο των ηλίανθων
και τ’ αγγλικά λουλουδάτα υφάσματα
Πέρασαν από δω λοβοί με χρυσά κουλούρια
πουδραρισμένα μάγουλα, τα μαύρα μαλλιά, τα χέρια της

Αυτοί που δεν αφήνω σε ησυχία
– όχι απολιθωμένοι αλλά πηχτοί,
η παράξενη νευρικότητά τους
τα πρώτα οχτώ χρόνια, το γλωσσοκοπάνημα
στο κεφάλι μου
Μια φαιότητα

Εγώ έξω
σου εσύ
μέσα μου

(I ett förskingrat nu, 2007. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Dimitris Kalokyris

Urania och Naxa

Dimitris Kalokyris, Mouseio arithmon

Bara innan man fyllt tjugo och efter att man fyllt sextio älskar man.
När argumenten tar slut mobiliserar man nämligen kärleken.

Jag vet inte hur uran luktar, om det nu luktar, men hennes hals
luktade exakt så: uran. Således kallades hon Urania, men i norr
var hennes smeknamn Naxa. När hon lösgjorde håret frigjordes
hon från sin egen myt. Med håret uppsatt i en knut åldrades hon
i genomsnitt med tre år. När hon höll sig stilla visade hennes hud
utspridda tal på grund av en allergisk känslighet. Under många år har
många människor försökt vederlägga hennes myt eller åtminstone
komma underfund med den genom att addera och dividera talen,
men förgäves. Talens summa, sade man, har med vulkanutbrott på
Java att göra. Produkten med spannmålsodling. Hur allt detta gick till
är jag inte i stånd att berätta för er.

Suetonius nämner att kejsar Caligula – vars namn härstammar
från ordet caliga, militärkänga – arrangerade tävlingar i Lugdunum i
grekisk och latinsk retorik. De besegrade hade tvingats komponera
långa lovtal till segrarna, men om de var förskräckliga talare tvingades
de sudda ut sina texter med tungan, annars slängdes de i floden. Ve
de besegrade!

Samma taktik tillämpades också av Naxas olika beundrare som
ständigt envisades att sudda ut talen med tungan, suga in kvadratrötter,
ägna sig åt att dra in logaritmer, känna på mångsiffriga decimaltal,
tills den begärliga slutsatsen skulle utstrålas och kastas högt upp, men
ack! Vare sig man räknade med en blyertspenna eller med fingrarna
var det imaginära tal som segrade och blåste upp detta lingvistiska
problem. Bland de intresserade utmärkte sig kirurger, lingvister,
kliande kiliaster, skulptörer naturligtvis, galopperande poliser eller
tillfälliga passagerare. Å andra sidan var kanske alla de människor
som trängdes i hennes livs lilla mulna vardagsrum inget annat än en
enda person. Vilken? Låt oss ignorera denna fråga tills vidare.

På sitt rum odlade hon en jordgubbsplanta i en lerkruka, och för
att förhindra hårväxt lät hon på ett lädersnöre hänga en pytteliten
stjärna av elfenben runt sin hals. Och precis som romarna uppfattade
man ödsligheten hon lämnade efter sig som frid. Likt ekot var hennes
öde att aldrig tala först, och när de andra talade kunde hon inte vara
tyst.

Det påstods att hon själv målade de berömda talen med
karamellfärg eller choklad, och att hon valde decimaltalens längd, så
att den var omvänt analog med den förväntade toleransens kvot och
direkt analog med den eftersökta njutningens.

Eftersom man kan säga att hon hade varit kunskapstörstande
och ägde ett öppet sinne för nya idéer, skulle hon mycket väl kunna
utvecklas till domkyrkopräst eller artilleriöverste, om det varit tillåtet
för vackra kvinnor att göra karriär i dessa populära yrken. Men hon
blev aldrig förälskad i någon, ty när hon kammade sig störde hon sin
biologiska kalender, och hennes ålder, som alltid svävade under den
verkliga gränsen, kunde aldrig fastställas exakt. Och varje gång hon
tittade sig i spegeln för att bättra på sminket eller läppstiftet ropade
hon med fruktan för demiurgen till sig själv: ”Herre Gud!”

Hon har aldrig existerat, men hon försökte förtvivlat att göra
det. Så många människor som hur som helst existerar, är de kanske
bättre?

(To mouseio ton arithmon, Siffrornas museum, 2001. Översättning Michael Economou och Vasilis Papageorgiou. Texten ingår i en antologi med de grekiska prosaförfattarna Dimitris Kalokyris, Klairi Mitsotaki, Dimitris Nollas, Elena Penga och Thanasis Valtinos: Gräset doftar starkt. Fem samtida grekiska prosaister. Växjö University Press 2009.)

Erik Johan Stagnelius, 1793-1823

Stagnelius hus i Kalmar

Το σπίτι του Σταγκνέλιους στο Κάλμαρ

Στη σήψη

Σήψη, σπεύσε, αγαπημένη μου νύφη,
να στρώσεις το μοναχικό μας κρεβάτι!
Απαρνημένος από τον κόσμο και τον Θεό
μόνο εσένα έχω ελπίδες να μου δίνει.
Γρήγορα, στόλισε το δωμάτιό μας – σε μαυροντυμένο
νεκροκρέβατο πάνω
αναστενάζοντας ο εραστής σου στην κατοικία σου θα φτάσει.
Γρήγορα, στρώσε το νυφικό μας κρεβάτι που η άνοιξη
με γαρίφαλα θα ράνει.

Τρυφερά το λάγνο μου σώμα στον κόρφο σου κλείσε
και τη θλίψη μου στην αγκαλιά σου πνίξε!
Τη σκέψη μου και τα αισθήματά μου
στα σκουλήκια μοίρασε
και τη φλεγόμενη καρδιά μου στάχτη κάνε.
Ω κόρη, πλούσια είσαι – για προίκα μου δίνεις
τη μεγάλη, την πράσινη γη.
βασανίζομαι εδώ πάνω, αλλά εκεί κάτω μαζί σου
ευτυχισμένος θα είμαι.

Στης ηδονής τη γλυκιά, μαγευτική πνιγηρότητα
ακολουθήστε μας μαυροφόροι παράνυμφοι.
Καμπάνες ηχούν και διαλαλούν τον υμέναιό μας,
και χλωρές κουρτίνες μας καλύπτουν.
Όταν οι θύελλες θα επικρατούν στους ωκεανούς,
όταν η φρίκη στη ματωμένη γη θα κατοικεί,
όταν θα μαίνονται οι έχθρες, εμείς οι δυο θα ληθαργούμε
σε γαλήνη χρυσή.

(Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Lo Snöfall (bild), Vasilis Papageorgiou (text)

Budapest

Cities, Budapest

Hon dras in i musiken som väller fram från alla möjliga hörn och vrår, klassisk och jazz och rock, hennes bröst rör sig allt fortare, hon blir röd i ansiktet, den slitna tågstationen luktar något varmt, en mobiltelefon närmar sig och det som finns där mynnar ut i ett nästan irriterande långt skratt. Men varför nästan och varför irriterande? Döden och dess skugga finns ingenstans, de skrämmer ingen längre. Hon måste kunna koncentrera sig för att ge form eller någon sorts konsistens åt tomheten, vill kunna gripa den. Angripa den. Gamla färger djupt inifrån gamla, tungt flåsande husfasader, gammalt vatten under gammal himmel. Musiken blir en omöjlig filt över en osyntaktisk väns skarpa och framförallt avslöjande formuleringar. Hon går gatan fram, skyldig som gud, hennes gång skänker balans åt akrobaterna på torget, en tyst El Greco som flyger långt över sin BMX. Tre inlines vädrar storartad fara, passerar henne medan hon håller sig för ögonen. Hon ser bara detaljer, överallt, en varaktighet utan riktning, där döden rinner in och bortom sig själv. En utmattning vänder sig mot sig själv, hon iakttar och rör sig utmed dess självutplåning.

(Ingen hand orörd, Växjö University Press 2007.)

Lars Elleström

Lars Elleström, cover

(patti smith)

Όταν σταματώ στη γέφυρα
για να κατουρήσω στη λίμνη
από σεβασμό προς το νερό
από το οποίο κάποτε πιθανώς προήλθαμε
σκέφτομαι το τραγούδι της Πάττι Σμιθ
Pissing in a River. Η λίμνη
βέβαια δεν είναι ποτάμι
αλλά έστω. Μου αρέσει
η Πάττι Σμιθ και μου αρέσει
να κατουρώ έξω
από σεβασμό προς ό,τι
έπλασε ο καλός Θεός. Κατά τ’ άλλα
ο καλός Θεός έπλασε και τον κλέφτη
που πέρσι έκανε διάρρηξη στο αυτοκίνητό μου
και μεταξύ άλλων πήρε και το Radio Ethiopia.
Εύχομαι να του αρέσει του κλέφτη η Πάττι Σμιθ
και να του αρέσει να κατουρά από γέφυρες.
Υποθέτω ότι πρόκειται για άντρα
επειδή είναι πολύ δύσκολο για τις γυναίκες
να κατουρούν από γέφυρες. Και υποθέτω
ότι η Πάττι Σμιθ
που παρ’ όλα αυτά είναι ποιήτρια
δεν κατουρά ποτέ στο ίδιο ποτάμι
δυο φορές.

(Om det är så, 2004. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Adrián Santini

Γι’ αυτό αγαπάμε τη φωτιά

Κατάλαβε όσο πιο
καλά μπορείς
ότι ο μύθος της ζωής
έχει ανακαλέσει τον θόρυβό του
και καίγεται στην ίδια του τη φωτιά
που είναι και δική μας,
επειδή κι εσύ κι εγώ καιγόμαστε
και οι λέξεις μου
και οι δικές σου λέξεις
και οι σιωπές μου
και οι δικές σου σιωπές
και μαζί με όλα, οτιδήποτε δικό μου –
τα φτερά σου και τα φτερά μου,
όλα αρχίζουν να καίγονται, αγάπη μου,
σ’ αυτόν τον εναγκαλισμό,
μεταθανάτια πνοή
των ονείρων μας…
Όλα καίγονται, πίστεψέ με,
με την πιο ήπια ταχύτητα,
σαν καννάβια
στην πιο ακατέργαστη
μορφή τους!

(Aproximaciones, 1983. Η σουηδική μετάφραση του ποιήματος βρίσκεται στον τόμο Bevingade Lejon. 11 chilenska poeter i översättning, 1991. Μετάφραση από τα Ισπανικά και Σουηδικά Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Michael Economou

Τρεις μικρές στροφές

Ι

(πρωί)

Τίνος η πεταλούδα; Τίνος οι ώρες όταν το καλοκαίρι
προσφέρει τα χρώματά του; Η Βανέσσα Ιώ
μένει έκπληκτη, αποτυπώνεται η ίδια
σαν ερώτηση στην ίριδά της. Κάποιου
η πεταλούδα, οι μέρες κάποιου… Κάποιου
ο ουρανός το πρωί όταν
οι ώρες δεν έχουν ακόμη συνδεθεί με
τη μέρα. Η υποχρέωση κάποιου
να παραμείνει εντελώς γαλήνιος.

ΙΙ

(μεσημέρι)

Δεν είμαι εγώ αυτός που θα μετακινείται
δίχως ήλιο. Είναι η ασαφής φωτεινή θάλασσα
πάνω απ’ τα σταροχώραφα που δελεάζει
τα πουλιά να ψάχνουν για νερό. Είναι το μεσημέρι
που κάνει τις ώρες να ξεφυσούν απαλά
και είναι η υψωμένη σημαία
που δεν θέλει να είναι σημαία.

ΙΙΙ

(βράδυ)

Αν τα βράδυ είχε λέξεις θα ζητούσε λίγο νερό.
Αν η βροχή είχε χρόνο θα ψιχάλιζε.
Αν η σιωπή είχε φωνές θα διψούσαν.
Αν το χώμα είχε μάτια θα ήταν λυπημένα.
Αν το σκοτάδι είχε φως δεν θα φαινόταν τίποτε.

(Αδημοσίευτο ποίημα. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Tomas Tranströmer / Τούμας Τράνστρεμερ

Tomas Tranströmer by Lo Snöfall

Το ποίημα «Το σπίτι του πονοκέφαλου» που γενναιόδωρα μου έδωσε να μεταφράσω και να δημοσιεύσω εδώ στα Ελληνικά ο Τούμας Τράνστρεμερ υπάρχει σε δυο εκδοχές, από τις οποίες καμιά δεν έχει δημοσιευτεί στα Σουηδικά. Η συντομότερη από τις δυο αυτές εκδοχές με τον τίτλο «Leider» δημοσιεύτηκε στα Γερμανικά στο περιοδικό Akzente το 1978. Η εκδοχή που παρουσιάζεται εδώ στα Ελληνικά δημοσιεύτηκε το 1979 στα Ουγγρικά, σε τόμο με ποιήματα του Τράνστρεμερ. Ευχαριστώ θερμά τη Μόνικα Τράνστρεμερ που πρόθυμα πάντα φροντίζει εμάς που αγαπάμε την ποίηση του Τούμας. Το σχέδιο είναι της Lo Snöfall (Λου Σνέφαλλ). Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο Tomas Tranströmer, Τα ποιήματα. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Printa 2004.
Βασίλης Παπαγεωργίου

Το σπίτι του πονοκέφαλου

Ξύπνησα μέσα στον πονοκέφαλο. Ο πονοκέφαλος
είναι το δωμάτιο, όπου είμαι αναγκασμένος να μένω
επειδή δεν έχω λεφτά να νοικιάσω κάπου αλλού.
Πονάνε τα μαλλιά μου τόσο που γκριζάρουν. Πονά ως
μέσα στον γόρδιο δεσμό, το μυαλό, αυτό που δεν ξέρει
ποια κατεύθυνση να πάρει. Ο πόνος είναι ένα μισοφέγγαρο
που κρέμεται μισοκοιμισμένο στον γαλάζιο ουρανό, το
χρώμα χάνεται απ’ το πρόσωπο, η μύτη δείχνει προς τα
κάτω, όλη η μαντική διχάλα στρέφεται προς τα κάτω, προς
το υπόγειο ρεύμα: τον πόνο. Μετακόμισα σ’ ένα σπίτι που
χτίστηκε σε λάθος μέρος, υπήρχε ένας μαγνητικός πόλος
ακριβώς κάτω απ’ το κρεβάτι, ακριβώς κάτω απ’ το
προσκεφάλι, και όποτε άλλαζε ο καιρός πάνω απ’ το
κρεβάτι γινόταν βραχυκύκλωμα. Επανειλημμένα προσπαθώ
να φανταστώ έναν θεσπέσιο χειροπρακτικό που με μια
θαυματουργή λαβή τσιμπά τους αυχενικούς μου σπονδύλους,
κάτι που μια για πάντα θα διορθώσει τη ζωή μου. Και δεν
είναι ότι πονά στο ιδιωτικό μου κεφάλι μόνο. Το κακό
συνδέεται μεταξύ άλλων και με τις διαπραγματεύσεις για
ειρήνη στο Παρίσι, οι οποίες κατέληξαν σε «αδιέξοδο»,
και η έκφραση «αδιέξοδο» προβάλλεται στην οθόνη εδώ
μέσα. Μου προκαλεί λύπη επίσης το ότι τα γράμματα
μένουν αναπάντητα, ότι χθες ήμουν θυμωμένος, ότι
κατεδαφίζουν το παλιό άσχημο σπίτι για χάρη ενός πιο
άσχημου. Όμως το σπίτι του πονοκέφαλου δεν είναι
ακόμη ώριμο για διαγραφή. Πρέπει πρώτα να μείνω εκεί
μια ώρα, δυο ώρες, μισή μέρα. Είπα πρώτα ότι ήταν
δωμάτιο, αλλάζω μετά και λέω ότι είναι σπίτι, όμως
το ερώτημα είναι αν δεν πρόκειται για ολόκληρη πόλη.
Η κυκλοφορία είναι αμείλικτα αργή. Τα πρωτοσέλιδα
φωνάζουν στα περίπτερα. Ένα τηλέφωνο χτυπά.

Tomas Tranströmer / Τούμας Τράνστρεμερ

Φθινόπωρο

    Στον Κο Ουν

Και το κατώφλι του ορίζοντα που απομακρύνεται γοργά…

Ο φθινοπωρινός αέρας φέρνει μικρές αράχνες
που αργοτρεκλίζουν στην κορυφή της τεράστιας σημύδας.

Σύντροφος σκιά με οδηγεί ανάμεσα στα δέντρα.

(Το σουηδικό πρωτότυπο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο Ko Un, Tiotusen fotspår och andra dikter, Atlantis 2005. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Eva Runefelt

Πτώση στον ίλιγγο

Ξυσμένη από
τον κίτρινο ύπνο

Συνεχίζω,
πλάθω κάποιον να είμαι
Συνεχίζω έτσι,
λεπτοί περίπατοι,
προχωρώ έτσι
και μπαίνω στον ύπνο
που κυκλοτερώς παίρνει
πίσω το δέρμα

(I djuret, 2001. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Βασίλης Παπαγεωργίου

Σοβαρός μονόλογος ενός δραματουργού

Θέλω να είμαι εδώ, μπροστά σου για να δεχτώ τη ματιά σου και τις λέξεις σου, θέλω να πάρω τα χέρια σου στα δικά μου, θέλω να μπω μέσα σου, να παραμείνω μέσα σου. Ωστόσο δεν θέλω καθόλου να είμαι εδώ.

Όχι (λυπάμαι πολύ για την άρνηση αυτή), καλύτερα να πω ότι θέλω να είμαι εκεί έξω, επίσης, έξω από σένα, λίγο πιο μακριά από εσένα, όπου μπορώ να βλέπω κι εσένα και οτιδήποτε βρίσκεται έξω από εσένα κι εμένα, καθώς μπαίνει και βγαίνει από μέσα μας. Πάνω από όλα όμως εδώ. Τούτο είναι τη στιγμή αυτή ένα πλήρες εδώ.

Μπορώ να είμαι εδώ και ωστόσο δεν μπορώ να είμαι εδώ. Κάτι με τραβά μακριά από εσένα, όχι τραβά, φέρεται σαν να μου επιτρέπει να πάω προς ένα απώτερο όριο που ποτέ δεν είναι εκεί. Είμαι πάντα εδώ. Ένα τεράστιο εδώ, πάντα μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Και εδώ θέλω να κάνω μια εξαιρετικά αποκαλυπτική συζήτηση μαζί σου που θα κάνει κι εμένα κι εσένα να αισθανθούμε ότι είμαστε εδώ και ότι αυτό σημαίνει κάτι,

ότι σημαίνει τα πάντα.

Θέλω να είμαι εδώ, όπως μετά από μια ελληνική τραγωδία, και συγχρόνως δεν θέλω να είμαι εδώ, όπως μετά από μια ελληνική τραγωδία. Θέλω να είμαι εδώ όπως μετά από μια μη ελληνική τραγωδία, μια αντεστραμμένη τραγωδία, και συγχρόνως δεν θέλω να είμαι εδώ, όπως μετά από μια μη ελληνική τραγωδία, μια αντεστραμμένη τραγωδία.

Θέλω να είμαι εδώ για να πω ναι, αλλά δεν θέλω να είμαι εδώ για να μπορώ να πω ναι. Αυτό το ναι είναι πολύ μεγαλύτερο από εμένα και ακατάπαυστα κατευθύνεται κάπου. Θέλω να μπορώ να το ακολουθώ, να είμαι μαζί του παντού. Θέλω να κάνω μια πραγματικά εξαντλητική, μια ατέλειωτη συζήτηση με αυτούς που ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται και εμένα και τούτο το εδώ.

Και ενώ είμαι ακατάπαυστα εδώ ή σαν ημερονύχτιος δρομέας σου ακατάπαυστα τρέχω προς εσένα με νέα για την έκβαση των συγκρούσεων, ζω επίσης τη δική μου ζωή που δεν έχει πάντα σχέση με τη δική σου, ζω μια ζωή πέραν της δικής σου και πέραν των συγκρούσεων, μια ζωή που ούτε εσύ ούτε εγώ μπορούμε να πλησιάσουμε.

Τρέχω προς εσένα και συγχρόνως κολυμπώ σε μια θάλασσα, τα κύματα της οποίας είναι ανακατεμένα με άγνωστα σώματα και άγνωστες λέξεις. Θέλω να επιστρέψω στις λέξεις, σε μια ψηλαφητή λεξικότητα, μια λεκτική σαρκικότητα. Και θέλω να κάνω μια σοβαρή συζήτηση εδώ στη σκιά και την ησυχία του μικρού μου κήπου με όποιον δεν φοβάται τις λέξεις και τα σώματα που πλησιάζουν μέσα από ένα άγνωστο βάθος.

Θέλω επίσης να κάνω μια σοβαρή συζήτηση με αυτόν που φοβάται τούτες τις λέξεις και τούτο το σώμα ή αγνοεί την ύπαρξή τους. Θέλω να έχω τη δυνατότητα να καθίσω απέναντι σ’ αυτόν που μπορεί και θέλει ν’ ακούσει και σ’ αυτόν που ούτε μπορεί ούτε θέλει, που δεν γνωρίζει πώς μπορεί κανείς και πώς θέλει, που ούτε καν στον ύπνο του πια δεν τρομάζει από αυτά που πλήττουν σε άλλους ανθρώπους.

Θέλω να μιλήσω μαζί σου, αν βέβαια μου το επιτρέπεις, θέλω να μιλήσω μαζί σου τώρα που τυχαίνει παρ’ όλα αυτά να βρίσκεσαι για μερικές στιγμές απέναντί μου και κάτι στο πρόσωπό μου σου είναι αρεστό, κάτι αβυσσώδες και συγχρόνως ευχάριστα παρόν, όπως μου δίνεις να καταλάβω.

Τι ήθελα όμως; Να δεις ότι οι λέξεις έχουν ένα σώμα που μπορείς να το πάρεις στα χέρια σου. Ότι το σώμα είναι μια στηρικτική αφαίρεση, ένας στοχασμός που μπορείς να τον σφίξεις πάνω στο δικό σου σώμα, αν θέλεις. Θέλω να δεις πώς τούτο το σώμα, τούτη η αφαίρεση, φέρουν μέσα τους το τώρα, το οποίο περιλαμβάνει εσένα κι έμενα και τη συζήτησή μας.

Θέλω να σε φοβίσουν οι λέξεις, να σε τρομάξει αυτό που υπόσχονται και αυτό που κρύβουν, η παροδικότητα και η συμπαγής παρουσία τους. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά, όχι εγώ πάντως. Δεν χρειάζεται να δείξουμε τα σώματά μας ο ένας στον άλλο, μόνο να τα αφήσουμε να αισθανθούν τη σωματικότητά τους ή να κάνουν τις λέξεις σάρκινες. Σώματα που μιλούν σχεδόν δίχως να κουνιούνται, λέξεις που δονούνται χωρίς ν’ απαιτούν συμφραζόμενα. Λέξεις που μας δέχονται μέσα τους, που μας κάνουν να ανοίξουμε τα σώματά μας, σώματα που δεν εκβάλλουν στο δέρμα, που κάνουν τις λέξεις να φανερώσουν τα ανεξιχνίαστα σωθικά τους.

Άφησέ με να κάνω μια ειλικρινή συζήτηση μαζί σου, μια συζήτηση που μεταμορφώνεται σε βαρύ χρόνο, που κάνει τις λέξεις και τα σώματα θνητά και πάλι, στιγμιαία, ασήμαντα. Θέλω να κάνω μια σοβαρή συζήτηση για το εξ ολοκλήρου ασόβαρο, αυτό που μου επιτρέπει να είμαι εδώ ακριβώς τώρα. Θέλω να αισθανθώ τούτο το εδώ και τούτο το τώρα, μαζί μ’ εσένα. Ένα εδώ και ένα τώρα, και ένα εσύ κι εγώ που δεν τελειώνουν ποτέ.

Θέλω την εμπειρία της σοβαρής απειρίας στις λέξεις και στα σώματα μέσα στο συμπαγές άπειρο και απείρως συμπαγές εδώ και τώρα. Δώσε μου το σώμα σου και τις λέξεις σου και πάρε τις δικές μου λέξεις και το δικό μου σώμα, με τρόπο που το μόνο που μένει μετά τη συναλλαγή μας να είναι το απλωμένο (ή αιωρούμενο ) σώμα της γενναιοδωρίας.

Λέξεις και σώματα σημαδεμένα από μια τραγική συνείδηση η οποία είτε αναπαύεται είτε στέκει και κοιτάζει ανήσυχη προς τον ορίζοντα. Το τραγικό σε μια μη τραγική, αιωρούμενη παρουσία, η έντονη μνήμη ενός γεγονότος που δεν συνέβη ποτέ, ένα είδος αγρύπνιας, μια υπερευαισθησία για οτιδήποτε προσκομίζει όρια, που τρέφεται από τη δύναμη και την αδυναμία, που αποφεύγει τη σοβαρή συζήτηση.

Η τραγική αίσθηση της αβύσσου στις λέξεις και στα σώματα. Η αίσθηση της αβύσσου στην απεραντοσύνη που τα περιζώνει. Η ελευθερία των λέξεων επί σκηνής να αποκτήσουν σώμα ανοιχτό, η ελευθερία των σωμάτων να κατακλύσουν τη σκηνή με ανοιχτές λέξεις σε μια έντονη όσο και ήρεμη παρουσία που μυρίζει δράμα και τραγικότητα, σκόνη και σκοτάδι, σώματα που κάθονται εντελώς ακίνητα στο μισοσκόταδο, φθαρμένες σανίδες και παλιούς προβολείς, αφοσίωση και απρόσμενη μοναξιά.

Το να μπορείς να εισχωρήσεις στις λέξεις και στα σώματα, ν’ ανοιχτείς διάπλατα, να έχεις διαρκώς την άβυσσο μέσα σου και πίσω σου και μπροστά σου, να την καταφάσκεις. Την καταφάσκω εξάλλου εδώ και τώρα, καθώς μιλώ μαζί σου και εσύ μαζί μου. Σίγουρα μιλάς μαζί μου.

Κάνουμε μια τραγική συζήτηση, η οποία προσφέρει την απεραντοσύνη που μπορεί να υποδεχτεί αυτούς που πλήττονται από μας, από τις λέξεις και τα σώματά μας, που πεθαίνουν σε σφραγισμένα αμπάρια, σε ναρκοπέδια, πάνω σε απόκρημνα βράχια, σε χαλασμένους δρόμους, στην έρημο, στο όνομα της δικαιοσύνης, που με απάθεια διασχίζουν τους ίδιους πάντα διαδρόμους.

Μια απαιτητική παρουσία, όσο απαιτητική και η συζήτησή μας. Ένα σώμα που μπορεί να σε πλησιάσει, να μπει μέσα σου, λέξεις που σε φέρνουν σ’ ένα ανοιχτό εδώ και ένα ανοιχτό τώρα.

Αυτά σκέφτομαι, αλλά ας ξεχάσουμε τις λέξεις και τα σώματα, ας ξεχάσουμε την παρουσία και την απεραντοσύνη, και ας σταθούμε μόνο εδώ πάνω στη σκηνή. Ας σταθούμε εδώ μόνο σαν να βρισκόμαστε σε κάποια αρχή ή σε κάποια μέση. Ας αφήσουμε αυτούς στην άλλη μεριά να μας βλέπουν. Ας προαισθανθούν ότι μπορούμε να προσφέρουμε μια σοβαρή συζήτηση. Δεν χρειάζεται να την κάνουμε. Μπορούμε βέβαια πάντα να την έχουμε κάνει. Ας σταθούμε λοιπόν τώρα εδώ στο μισοσκόταδο κι ας δείξουμε τη γυμνότητά μας ο ένας στον άλλο και στην τραγική κατάσταση του τραγικού που δεν είναι σε θέση να υπερβεί την κατάφαση, το γυμνό ναι.

Tommy Olofsson

Μετανάστευση

Κάθε μέρα είναι και μια σκέψη που τρυπώνει
σ’ ένα βουνό από φως. Η καρδιά είναι μια σφήνα που μπήγεται
σε κάθε ρωγμή και με απανωτά χτυπήματα ανοίγει δρόμο
ώσπου να φτάσει στα μαλακά.

Σ’ ένα ποτάμι από φως το καλοκαίρι γεμάτο βλάστηση και γαλάζια
θάλασσα, σκληραγωγημένο ήδη από τη μνήμη, μια αναβλημένη
υπόθεση που αργά ή γρήγορα πρέπει να διεκπεραιωθεί ή να
αρχειοθετηθεί σαν άσκηση ενώπιον του μέλλοντος.

Η συνείδηση δεν βάζει όρια μεταξύ παρελθόντος και
παρόντος. Πρόσφυγες δίχως έγγραφα ταυτότητας
κινούνται ελεύθερα από το ένα αεροδρόμιο στο άλλο και σε
ελάχιστο χρόνο ιδρύουν νέες χώρες όπου βρουν.

Ισορροπία δυνάμεων μεταξύ ημέρας και νύχτας! Οι άλλες διαμάχες
είναι προσωρινές. Κι ωστόσο αντιστεκόμαστε, χαράζουμε σύνορα
στην άμμο ή σε κάθε κύμα που οι πρόσφυγες βλέπουν απ’ το
πλεούμενό τους όσο ακόμη πλέουν στο όνειρό τους.

Και μέσα μας τα όργανά μας αλλάζουν θέση μεταξύ τους.
Ο εγκέφαλος κουλουριάζεται σαν δηλητηριώδες φίδι στα μπράτσα
και στα πόδια. Η εσωτερική μετανάστευση μιμείται τον κόσμο.
Η καρδιά σφηνώνεται σε κάθε ρωγμή.

(Αδημοσίευτο. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου)

Thanasis Valtinos

En röd ros

(Översättning Michael Economou och Vasilis Papageorgiou. Texten ingår i en antologi med de grekiska prosaförfattarna Dimitris Kalokyris, Klairi Mitsotaki, Dimitris Nollas, Elena Penga och Thanasis Valtinos: Gräset doftar starkt. Fem samtida grekiska prosaister. Växjö University Press 2009.)

Jason Kleandrou – en icke-cypriot – bär sorg i hjärtat. Detta händer år
595 e.Kr. i Kommagene. Orsaken: kroppens och gestaltens åldrande.
Förlust av muskulär massa, rynkor på halsen, fläckar på huden. Synliga
märken. Ty det finns dolda också. De oväntade erektionsproblemen
bekändes nyligen under de vetenskapliga membranens täcke. Ett
fruktansvärt knivhugg. Den snillrike alexandrinske enstöringen är
mycket medveten om allt detta. Således söker han sig till diktkonsten
utan illusioner. Till dess mediciner som gör att man under kort tid
inte känner smärtan. En kort tid, förvisso. Och sorgen återkommer.
Från 595 e.Kr. ända fram till idag, med sitt stadiga, elegiska tempo.

Hanna S., min tyska väninna, avslöjade runt 1975 för mig att hon
dolde några år för de andra. Sju. Hon skulle bli åttio snart och ansåg att
ärlighet var en nödvändig förutsättning för vårt förhållande. Detta har
jag återgivit på annat ställe. Hanna hade ett stormigt men klart liv: en son,
en tidig skilsmässa och en lång rad älskare. Den siste – en eskaderchef
i flygvapnet, i flygande tjänst – när hon var sextio. När hon på ett
redovisande sätt kommenterade sina äventyr slutade hon med orden:
”Jag var alltid trogen. En liten björnhona. Men det fungerade bra.”

Uttrycket ”liten björnhona” hänvisade mig till Brauroneia Artemis
små hängivna följeslagare. Men nu tror jag inte att Hanna kunde
något om vår mytologi. Dessutom kom hon från Berlin.

Plötsligt, när hon var fyrtio, konfronterades hon med en underlig
skräck. Kanske inte skräck, snarare ett hot mot sitt kvinnliga väsen. ”Jag
var fortfarande ung och begärlig, mer än någonsin. Men denna skräck,
hur abstrakt den än var, den bara fanns där. Jag kunde inte ignorera den.”

Hannas grekiska var bra. Kanske lite gammaldags. Från hennes
tid. Det gällde uttalet. Och det som hon inte kunde ignorera var det
förräderi som hennes kropp förberedde åt henne. Den biologiska
ringaktningen. ”Jag skulle inte stå ut med en sådan förnedring. Trots
att jag var en tuff tyska.” ”Vad är du nu, Hanna?” ”Ingenting. Och
jag ville avvärja det. Det var lite vanvettigt. Att själv sterilisera mig,
innan det kom som ett slut för min energi.” ”Det var våghalsigt.”
”Ja, på den tiden. Och svårt, det kunde inte genomföras. Nyligen
drömde jag om den unge läkare som undersökte mig då och som
försökte övertala mig att jag såg fel på saken. Han hade studerat i
München.” ”Hur ung var han?” ”Trettio år. Han bad mig sitta på den
gynekologiska stolen med benen isär, utan trosor, och han undersökte
mig. Jag förstod att han tyckte om mig. Han stoppade fingret i mig,
utan handske och jag tyckte om det, jag blev lugn av denna vidröring
och under hela undersökningen glömde jag allt annat. Det blev inte
något med denne läkare, trots att jag visste att han gärna ville det.
Jag tror att också jag gärna ville det. Och det var så enkelt, men det
blev inte något.” ”Varför, Hanna?” ”Det blev helt enkelt inte något,
men vi blev vänner. Ibland ringer han mig. Fortfarande. Han är gift,
har barnbarn, men jag vill inte träffa honom. Han är varken ung eller
vacker längre. Jag kan inte uthärda det. Utan övertygelsen att man
är odödlig är sådant omöjligt. Osårbar. Bara så har livet mening,
men jag är inte osårbar längre. Och detta tillintetgör mig. Att bara
tillfredsställa mig med tröstord.” ”Inte tröstord, Hanna. Du är så
kokett, och inom dig…” ”Inom mig vad? Nu är jag ett ingenting
och det har inte med det koketta att göra.” ”Hanna…” ”Under hela
natten kämpade jag ensam. Hela natten med handen utsträckt utan
att kunna nå något. Och idag är jag helt slut. För att jag inte sov på
morgonen heller. Jag gick upp och skickade Tasia till apoteket för
att köpa mina hjärtklappningspiller. Tasia hade inte berättat det för
mig. De sade till henne att hon inte längre kunde få dem utan recept,
de är farliga tillsammans med alkohol. De vet att jag dricker. Hela
kvarteret vet det. Jag måste sluta. Eller byta kvarter.”

Hanna levde sina sista fyra år i Maghrebs länder. Nära sin son
och sin svägerska, en trevlig kvinna från Hannover. Trevlig och snäll.
Hon dog 1982. De skickade henne hit, förseglad i flygplanets skrov.
Begravningen ägde rum dagen efter, klockan fyra på eftermiddagen,
på Atens Första Kyrkogård, avdelningen för heterodoxer. Jag
lämnade en röd ros och bland de få som hade samlats där såg jag
två okända äldre män. De tycktes vara okända också för varandra.
Jag frågade Tasia vilka de var men hon kände dem inte. Ingen kände
dem. Inte Hans heller. De följde tysta den enkla protestantiska
begravningsgudstjänsten och när den slutade gick den ene av dem.
Den andre kom ända fram till graven. Smal, inte mager eller krokig,
inte heller slapp, med något ungdomligt över sig fortfarande, lite
solnedgångsglöd. Av någon anledning tänkte jag att han kunde ha
varit den en gång flygande eskaderchefen. Men jag vågade inte fråga
honom.

August Strindberg

Ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα

Είμαι ξαπλωμένος στη γωνιά με τα παλαμάρια,
καπνίζω ”Πέντε γαλάζιοι αδελφοί”
και δεν σκέφτομαι τίποτε.

Η θάλασσα είναι πράσινη,
έντονα βαθυπράσινη σαν το αψέντι:
είναι πικρή σαν χλωριούχο μαγνήσιο·
και πιο αλμυρή από χλωριούχο νάτριο·
είναι αμείλικτη σαν ιωδιούχο κάλιο·
και λήθη, λήθη
για τα μεγάλα αμαρτήματα, και τις μεγάλες λύπες
μόνο η θάλασσα δίνει,
και το αψέντι!

Ω, πράσινη αψινθοθάλασσα,
ω, γαλήνια αψινθολήθη,
νέκρωσε τις αισθήσεις μου
και άφησέ με να κοιμηθώ ήσυχα,
όπως τότε που μ’ έπαιρνε ο ύπνος
όταν διάβαζα ένα άρθρο στη
Revue des deux Mondes!

Η Σουηδία απλώνεται σαν καπνός,
σαν καπνός από μαδούρο Αβάνας
και ο ήλιος κρέμεται εκεί πάνω
σαν μισοσβησμένο πούρο,
όμως γύρω στον ορίζοντα
υψώνονται οι κυματωγές κατακόκκινες
σαν βεγγαλικά
και φωτίζουν την αθλιότητα.

(Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου)

Vasilis Papageorgiou

En dramatikers allvarliga monolog

vp.jpg

Vasilis Papageorgiou av Lo Snöfall, publicerad i Kriptesthisies, volymen med korta dramer från 1979.

(Texten skrevs 2002 och skulle ingå i volymen Teater-liv: utkast till en teaterkonst, utgiven av Ulf Peter Hallberg. Jag valde att inte lämna den ifrån mig då. Den publiceras för första gången här.)

Jag vill vara här framför dig och bemöta din blick och dina ord, jag vill ta dina händer i mina, vill komma in i dig, vara inne i dig. Men egentligen vill jag inte vara här.

Nej (jag är mycket ledsen för denna negation), jag säger snarare att jag vill vara där ute, också, utanför dig, lite längre bort från dig, där jag kan se både dig och det som är utanför dig och mig, på väg in i och ut ur oss. Men framförallt här. Detta är just nu ett fullständigt här.

Jag kan vara här men jag kan inte vara här. Något drar mig bort från dig, nej inte drar, det uppför sig som om det låter mig gå mot en bortre gräns som aldrig är där. Jag är ju här. Ett ofantligt här, alltid större än sig självt. Och här vill jag ha en riktigt avslöjande diskussion med dig, som ska få dig och mig att känna att du och jag är här och att detta betyder något,

att det betyder allt.

Jag vill vara här, som efter en grekisk tragedi, och samtidigt vill jag inte vara här, som efter en grekisk tragedi. Jag vill vara här som efter en icke grekisk tragedi, en omvänd tragedi, och samtidigt vill jag inte vara här som efter en icke grekisk tragedi, en omvänd tragedi.

Jag vill vara här för att säga ja men jag vill inte vara här för att kunna säga ja. Detta ja är så mycket större än jag är och ständigt på väg någonstans. Jag vill kunna följa det, vara med det överallt. Jag vill ha en riktigt uttömmande, en oändlig diskussion med dem som påstår att de försvarar mig och detta här.

Och medan jag hela tiden är här eller som din dagochnattlöpare hela tiden på väg till dig med nyheterna om konflikternas utgång lever jag också mitt eget liv som inte alltid har med ditt att göra, lever ett liv bortom dig och bortom konflikterna, ett liv som varken du eller jag kan komma närmare på.

Jag springer till dig och samtidigt badar jag i ett hav, vars vågor är blandade med okända kroppar och ord. Jag vill komma tillbaka till orden, in i en taktil ordlighet, en kroppslig ordmassa. Och jag vill ha en allvarlig diskussion här i skuggan och i lugnet i min lilla trädgård med den som inte är rädd för orden och kroppen, vilka närmar sig från ett okänt djup.

Jag vill också ha en allvarlig diskussion med den som är rädd för dessa ord och denna kropp eller som är ovetande om att de finns. Jag vill få möjligheten att sitta mitt emot den som kan och vill lyssna och den som varken kan eller vill, som inte vet hur man kan och vill lyssna, som inte ens i drömmen längre blir skrämd av det som drabbar andra människor.

Jag vill tala med dig, om du bara låter mig göra det, jag vill prata med dig nu när du trots allt för några ögonblick råkar sitta mitt emot mig och något i mitt ansikte tilltalar dig, något avgrundsaktigt och samtidigt behagligt närvarande, så som du får mig förstå.

Vad var det jag ville? Att du ska se hur orden har en kropp som du kan ta i dina händer. Hur kroppen är en bärande abstraktion, en begrundan som du kan trycka mot din egen kropp, om du vill. Jag vill att du ska se hur denna kropp, denna abstraktion, bär i sig nuet, inklusive dig och mig och vårt samtal.

Jag vill att du ska bli rädd av orden, verkligen rädd av det som de utlovar och av det som de döljer, av deras flyktighet och kompakta närvaro. Vi behöver inte säga mycket, inte jag i alla fall. Vi behöver inte visa våra kroppar för varandra, bara låta dem känna av sin kroppslighet eller göra orden köttiga. Kroppar som talar utan att röra sig nämnvärt, ord som pulserar utan att vi sätter dem i ett sammanhang. Ord som tar emot oss, som får oss att öppna våra kroppar, kroppar som inte mynnar ut i huden, som får orden att visa sina outgrundliga innandömen.

Låt mig ha en uppriktig diskussion med dig, en som blir till tung tid, som gör orden och kroppen dödliga igen, ögonblickliga, obetydliga. Jag vill ha en allvarlig diskussion om det riktigt oallvarliga, det som låter mig vara här alldeles nu. Jag vill känna av detta här och detta nu, tillsammans med dig. Ett här och nu, och ett du och jag som aldrig tar slut.

Jag vill uppleva den allvarliga öppenheten i orden och kroppen i det kompakt oändliga och oändligt kompakta här och nu. Ge mig din kropp och dina ord och ta mina, gör det så att det efter vår utväxling finns bara generositetens utsträckta (eller gungande) kropp kvar.

Ord och kroppar märkta av en tragisk medvetenhet som vilar upp sig eller står och oroligt tittar bort mot horisonten. Det tragiska i en otragisk, gungande närvaro, det starka minnet av en händelse som aldrig ägt rum, som en vaksamhet, en överkänslighet mot allt som bär med sig gränser, som när sig av makten och maktlösheten, som undviker den allvarliga diskussionen.

Den tragiska avgrundsförnimmelsen i orden och i kroppen. Avgrundsförnimmelsen i öppenheten som omger dem. Att låta orden på scenen få en öppen kropp, låta kroppen välla fram öppna ord i en lika intensiv som avspänd närvaro som luktar drama och tragik, damm och mörker, kroppar som sitter helt stilla i halvmörkret, slitna plankor och gamla strålkastare, hängivenhet och oväntad ensamhet.

Att kunna komma in i orden och i kroppen, att kunna öppna sig. Att ständigt ha avgrunden inom, bakom och framför sig. Att bejaka det. Förresten, jag bejakar det här och nu medan jag pratar med dig, du pratar med mig, visst gör du det.

Vi har en tragisk diskussion som erbjuder en öppenhet som kan ta emot de som drabbas av oss, av våra ord och våra kroppar, som dör i slutna lastrum, i minerade fält, mot branta klippor, på slitna gator, i öknen, i rättvisans namn, som apatiskt går genom de alltid samma korridorerna.

En krävande närvaro, lika krävande som vårt samtal. En kropp som kan närma sig dig, komma in i dig, ord som tar dig till ett öppet här och ett öppet nu.

Detta tänker jag, men låt oss glömma orden och kroppen, låt oss glömma närvaron och öppenheten och låt oss stå här på scenen bara. Låt oss bara stå här som i början av något eller mitt i något. Låt dem där på andra sidan se på oss. Låt dem ana att vi kan erbjuda en allvarlig diskussion. Vi behöver inte ha den. Vi kan väl alltid ha haft den. Så låt oss nu stå här i halvmörkret och visa vår nakenhet för varandra och för det tragiskas tragiska belägenhet att inte kunna överskrida bejakelsen, det nakna ja.

Elena Penga

Till dig som sover

(Översättning Michael Economou och Vasilis Papageorgiou. Texten ingår i en antologi med de grekiska prosaförfattarna Dimitris Kalokyris, Klairi Mitsotaki, Dimitris Nollas, Elena Penga och Thanasis Valtinos.)

”Allt som vi känner för varandra, vill du att vi gör något av det?” ”Älska varandra?” hade jag frågat dig osäkert. ”Det vore fint.” ”Jag vill ha ett förhållande med dig, det tycker jag mycket om”, hade du sagt. ”Du överraskar mig. Jag vet inte hur man gör.” Vi tystnade och hörde vinden som blåste starkt. Jag vet hur man gör för att ta en promenad. ”Kom, så promenerar vi tillsammans i trädgården ända fram till havet.” Jag märkte det i kroppen när du omfamnade mig. ”Vi går och lägger oss. Det är kallt.” Jag följde dig in. Jag tog av mina skor och lade mig i mörkret som jag var, med kläder och underkläder på. Du lade dig intill mig som du var. Vi kysstes eller snarare började vi kyssa varandra, för det var något som varade länge, något som aldrig tog slut, det var mycket passionerat. Jag bad om att hålla dig i min famn. Varför det? Höll jag inte dig medan vi kysstes? Jag höll dig igen men på ett annat sätt, samtidigt som jag höll dig ändå eller var det du som höll mig, det var som om jag kom in i dig, det kändes som att sjunka, nej, som att förenas, innan, innan man förenas, som att börja sjunka in i en annan kropp, din egen. Jag tittade uppåt, jag var inne i dig och inte i rummet, men jag såg ovanför oss det stängda fönstret och hörde vinden igen som blåste starkt. Jag värmdes av dig och frös av vinden och ville att du skulle prata men jag bad dig inte att göra det, jag ville att du skulle säga något till mig utan att jag bad om det, du tog min hand, du lade den varhelst du än ville på din kropp. Jag kände din hud, fram till dess hade jag inte vidrört den, hur var det möjligt att jag hela denna tid inte hade rört vid din hud, att du inte hade rört vid min? Bara mitt hår. Du hade gripit tag i mitt hår, jag minns det, men hur är det möjligt att det inte var mer? Jag höll dig snarare med benen, eller med magen. Jag såg dig inte, hörde dig inte, men hur var det möjligt att jag såg det stängda fönstret och hörde vinden igen, du hade sjunkit i mig, inte så djupt, ner till en viss gräns inom mig, jag vet inte vilken gräns det var, säkerligen fanns det mer plats, men du hade stannat där. Du sover. Det gryr. Hur kommer det sig att natten alltid upphör i tid?

Tuija Nieminen Kristofersson

Δυο ποιήματα από το δεύτερο μέρος της συλλογής Τριλογία (Trilogi, 2006), το οποίο φέρει τον τίτλο ”Ο πλευρονήκτης και το άστρο”.

Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου Βινιέτα Λου Σνέφαλλ

svart kuvert

Ένα άστρο πέφτει τη νύχτα πριν ξημερώσει του Αγίου Λαρς
σημειώνω όλες τις πτώσεις
για να μπορέσω να δω κι εκείνη με τις πέντε αιχμές
ένα πεντάγωνο σχεδιάζεται με μια γραμμή μόνο
μια πεντάλφα, τρίγωνα που εισχωρούν το ένα στο άλλο
σαν τις σκέψεις του Ευκλείδη όταν έγραφε τα Στοιχεία
ή αυτά στα σύμβολα των προγόνων μου, χαραγμένα σε
τοίχους, εργαλεία, αγγεία, ένα άστρο
κατά των μαγισσών, κατά του κακού ματιού.

*

Και ο αστερίσκος, το σημάδι που επινόησε ο Αρίσταρχος
και το χρησιμοποιούσε όταν παρέπεμπε σε στίχο
του Ομήρου, έλαμψε σαν δυνατό φως του ποιήματος
ένας κειμενικός δείκτης, σαν να σκοντάφτεις σε αστερία
στην παραλία, ώ εδώ είναι, ο παλιός ρυθμός
της άμπωτης της πλημμυρίδας της άμπωτης και το σφρίγος
του ποιητικού μέτρου
κολλά στο υπόστρωμα σαν να έχει μυζητήρες
και το επόμενο κύμα δεν το
κουνά ούτε το επόμενο
μόνο πέτρες κοχύλια ξεκολλούν
ακούγονται ρουφήγματα πλαταγισμοί
κι όπως sternenwärts die Sternschnuppe
επιστρέφουν στις θέσεις τους
υδατόσημο σε παλιό χαρτί.

Dimitris Kalokyris

Fjärde delen i diktsviten Melanthias bok (2006)

Översättning Vasilis Papageorgiou

Melanthias bok

Jungfrun i regnets tyger
augustimånads lila mot mörkret.

Röd sippa gav blad
till hjärtans krans
och sommaren lik stjärnor i socker
kommer att visa tänderna leende.

Men ta inte emot vindruvor
och inte heller kall sprit
från Hades vingård.

Det finns dagar då den svarta gallan blir till
varför vi undviker parfymer
som sjömän eller främlingar erbjuder.
Plantera murgröna och skörda honung.

Om det plötsligt under samma tid saknas
sångfåglarna i sina burar
kommer flodernas källor att svämma över
medan besynnerliga händelser från framtiden
galopperar fram
med bepansrade ansikten.

Du skall raka ögonbrynen modigt
ty hundarna denna månad föds
med farliga prickar
i sin vilsna blick.

För att ditt barn skall ha en vacker röst
låter du det höra den första lögnen
framför spegeln.

Jag förutser oroligheter i afrikanska kungariken.
Parad av kroppslösa
i plutoner på däcket
betyder bedrövliga nyheter
varför vi omtänksamt använder oss av
vallmornas ord.

Om vetet puttrar i stavelserna
och ljusa rågen skummar på Sicilien
når signalen gränsen
att vakterna skall låta dig passera i fred
och helt ensam sömnens
järnborg.

New translations

Aase Berg

Δυο ποιήματα

Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου

Γυάλινο ελάφι

Ένα γυάλινο ελάφι εδώ
κλαδιά σπάνε, μηριαία οστά
Φθινοπωρινά φύλλα μαζεύονται γύρω από το σώμα εδώ
ένα παγωμένο ρυάκι δυναμώνει εδώ κοντά

Κόκκινες αλεπούδες μυρίζονται σκιά,
σκιά ανέγγιχτη γυάλινο ελάφι εδώ
Ένα παγωμένο ρυάκι γλείφει κόκκαλα,
φθινοπωρινά φύλλα μαζεύονται στο κρύο αυτό μέρος

Ένας μηριαίος αυλός σπάει και εκρήγνυται

(Mörk materia, 1999)

Κενοχώρος

η τάξη του μαυροσώματος
τάξη αταξίας

αταξίας λειότητα
λειότητα ενάντια σε τσαλάκωμα

τα φύλλα χαρτιού τσαλακώνονται
χωράφια οργώνονται τραχιά

η επιφάνεια της κατεύθυνσης
είναι διαπεραστικά στιλπνή

(Forsla fett, 2002)

****

Ron Padgett

Fem dikter

Översättning Michael Economou och Vasilis Papageorgiou

Joe Brainards målning Bingo

Jag mår illa när jag sitter intill Joe Brainards målning Bingo

Jag skulle kunna göra denna rad till en hel strof

Jag mår illa
när jag sitter
intill Joe
Brainards målning
Bingo

Eller så kunde jag ändra arrangemanget av raderna

Jag mår illa när jag sitter

Detta låter som hemorrojder
Jag kan ingenting om hemorrojder
Om det t. ex. gör ont att sitta när man har dem
Om så är fallet har jag dem inte
ty det gör inte ont när jag sitter
Förmodligen sitter jag ungefär 8/15 av mitt liv

Dessutom mår jag inte illa
när jag sitter intill Joe Brainard

I själva verket mår jag inte ens illa
när jag sitter intill hans målning Bingo
eller för den sakens skull någon annan av hans målningar

Jag sa faktiskt inte från början
jag mår illa när jag sitter intill Joe Brainards målning Bingo
Min fru sa det
som svar på någonting jag hade sagt
om en annan av hans målningar
Hon hade missförstått vad jag hade sagt

(Great Balls of Fire, 1990.)

Haiku

Ett: fem stavelser
Två: fem plus två stavelser
Tre: fem stavelser

(Tulsa Kid, 1979)

Dikt

Vad lustigt, jag
hör ikväll
Frank O’Haras röst
i mitt huvud –
när jag t. ex.
tänker i ord
är det han som säger dem
eller så är hans tonfall
i dem.
Jag är glad
att jag hörde honom
när han var i livet
och jag är glad att jag kan
höra honom nu
utan att bli ledsen,
jag ser det klart framför mig,
sättet Jimmy, alldeles
naken, med rosenblad
fastsatta på sin kropp,
sa ”Har du sett
Frank? Jag hörde
att han är i stan i kväll”.

(New & Selected Poems, 1995)

Sång

Att lära sig skriva,
vara en god människa och komma till himlen
är en och samma sak,

men när man försöker göra allt på en gång
räcker det för att göra en galen

(Tulsa Kid, 1979)

Samtal med Vladimir Majakovskij

Det är lugnt, jag medger det:
Det var bara en dröm jag hade i natt.
Jag tog mig fram på en lerig stig
i en kolonn av nedstämda män
i de nedsmutsade utkanterna av New York,
skymningen grådaskig och förfallen,
framtiden utan hopp
när vi marscherade fram
i våra solkade, proletära trasor.
På min vänstra sida fanns Majakovskij med rakat huvud
och intill honom hans vän
med grått skägg och mörk mössa.
”Du måste medge”, sade
Majakovskij, ”att detta är ett rätt så bra
sätt att skriva en dikt.”
”Ja”, sade jag, ”farten
uppehålls av vår vandring framåt,
det ödsliga landskapet smyger i varje ord,
och du är fri att säga vad du än vill.”
”Det är för att vi befinner oss inne i dikten”,
sade han, ”inte utanför.” Pölar
av oljigt vatten glänste lite vagt under de låga molnen.
”Det är därför mina dikter var så stora:
det finns mer utrymme inuti.”
Den hårda linjen på hans haka spändes och
männen skingrades. Jag följde
hans vän bakom en mur
för att höra dikten fortsätta
i föreläsningen i historia som vännen höll,
men nej, den verkliga dikten var avslutad.
Jag gick tillbaka till platsen
där dikten hade slutat.
Vladimir hade lämnat dikten.

(New & Selected Poems, 1995)

Ron Padgett föddes 1942 i Tulsa, Oklahoma. 1960 flyttade han till New York, där han möte och fick inspiration av den s.k. New York-skolans poeter, främst då av Kenneth Koch, hans lärare vid Columbia University. Ron Padgett har publicerat flera diktsamlingar, reseskildringar av en rad länder samt översättningar av böcker av Guillaume Apollinaire, Blaise Cendrars och Marcel Duchamp. I Sverige finns han med i volymen 3 x New York, tolkad av Gunnar Harding som i sin inledning skriver: ”En lättsinning respektlöshet liknande Kochs finner man hos den yngre poeten Ron Padgett […] Efterhand har ett allvarligare tonfall smugit sig in i [hans] dikter, även om han fortsatt att med lätt hand punktera det alltför patetiska.”

****

Ευριπίδης, Ιππόλυτος Καλυπτόμενος

Τα σωζόμενα αποσπάσματα

Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου

Η μετάφραση των αποσπασμάτων αυτών δημοσιεύται στο βιβλίο/πρόγραμμα παράστασης του θεάτρου Ακτίς Αελίου, το οποίο περιλαμβάνει το θεατρικό έργο μου Ιππόλυτος Καλυπτόμενος. Εκδόσεις University Studio Press, 2005 (στο βιβλίο αυτό μπορείτε επίσης να διαβάσετε περισσότερα για το χαμένο έργο του Ευριπίδη).

Φιλολογικές πηγές των αποσπασμάτων:

W. S. Barrett, Euripides, Hippolytos. Oxford University Press, 1964
Michael R. Halleran, Euripides, Hippolytus. Aris and Phillips, 1995

428
Διότι αυτοί που υπέρμετρα αποφεύγουν την Αφροδίτη
υποφέρουν όσο και αυτοί που υπέρμετρα τη θηρεύουν.

429
Διότι τη φωτιά εμείς οι γυναίκες
την αντιμετωπίζουμε με φωτιά μεγαλύτερη,
πολύ πιο δυσμάχητη.

430
Δάσκαλός μου στην τόλμη και το θράσος
ο Έρωτας, ο πιο πολυμήχανος εχθρός της ανημπόριας,
ο πιο δυσμάχητος θεός.

431
(το απόσπασμα αυτό ανήκει μάλλον στη χαμένη Φαίδρα του Σοφοκλή)

Διότι ο έρωτας δεν χτυπά μόνο τους άντρες
και τις γυναίκες, αλλά και τις ψυχές των θεών εκεί πάνω
χαράζει και τη θάλασσα διασχίζει.
Ούτε ο παντοδύναμος Δίας δεν μπορεί να τον αποφύγει,
παρά υποκύπτει και πρόθυμα ενδίδει.

432
Κάνε κάτι τώρα ο ίδιος και μετά κάλεσε τους θεούς.
Διότι και ο θεός συντρέχει αυτόν που μοχθεί.

433
Εγώ κρίνω ότι και ο νόμος δεν αξίζει σεβασμό
περισσότερο απ’ ότι είναι αναγκαίο, όταν κανείς υποφέρει.

434
Διότι τις τύχες των θνητών δεν τις ορίζει η ευσέβεια.
Πράξεις τολμηρές και χέρια αλόγιστα
θηρεύουν τα πάντα και τα κατακτούν.

435
Αν όμως σ’ αφήσω ελεύθερο και με διαβάλεις, τι πρέπει να πάθεις;

436
Ω, σεβαστή αιδώς, είθε στους θνητούς όλους να εισχωρήσεις
και τ’ αναίσχυντα να διώξεις απ’ το μυαλό τους.

437
Βλέπω ότι σε πολλούς ανθρώπους
η αλλοτινή επιτυχία γεννά ύβρη.

438
Ο πλούτος γεννά ύβρη στη ζωή, όχι η φειδώ.

439
Αλίμονο, οι περιστάσεις δεν μιλούν στους ανθρώπους,
ώστε οι δεινοί στα λόγια να σβήσουν.
Και τώρα κρύβουν την ολοφάνερη αλήθεια μ’ ευφράδεια,
έτσι που δεν πάει ο νους εκεί που πρέπει να πάει.

440
Θησέα, η καλύτερη συμβουλή μου σε σένα, αν έχεις φρόνηση,
είναι να μη πιστέψεις γυναίκα, ακόμη κι αν σου λέει την αλήθεια.

441
Ο χρόνος που κυλά αρέσκεται να λέει την αλήθεια για όλα.

442
Έτρεξε αμέσως στον στάβλο των αλόγων.

443
Ω, λαμπρέ ουρανέ και αγνό φως της μέρας,
τι χαρά να σας βλέπουν όσοι ευημερούν
και όσοι δυστυχούν, όπως εγώ.

444
Ω θεά, δεν υπάρχει τρόπος για τους θνητούς ν’ αποφύγουν το κακό
που είτε η ίδια τους η φύση προκάλεσε είτε οι θεοί έχουν στείλει.

445
Διότι οι θεοί δεν τα κρίνουν σωστά αυτά.

446
Ω, μακάριε ήρωα Ιππόλυτε,
η σωφροσύνη σου τιμήθηκε πολύ.
Στους ανθρώπους δεν υπάρχει
δύναμη μεγαλύτερη από την αγνότητα.
Και αργά ή γρήγορα στην ευσέβεια
θα δοθεί η καλή της αμοιβή.

447
Κυρίαρχος.

Υ.Γ. Σχόλιο στον Θεόκριτο
Είναι συνηθισμένο οι γυναίκες που κατέχονται από πάθος να επικαλούνται τη σελήνη, όπως ο Ευριπίδης βάζει τη Φαίδρα να κάνει στον Ιππόλυτο Καλυπτόμενο.

****

Magnus William-Olsson

Καλλίμαχος

Με φαντάζομαι να χαϊδεύω με τρία δάχτυλα, μετά
να πιάνω τα μαλακά, συνεσταλμένα αρχίδια του και να τον φιλώ
από τέτοια αδιάντροπα πλεονεκτική θέση. Η άκρη της γλώσσας πάνω
στα χείλια
και μετά αφήνω την άκαμπτη γλώσσα να διαπεράσει τη στοματική κοιλότητα, να εισχωρήσει
βαθιά στο λαρύγγι

Αν όμως αυτός είμαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ;
Αν αυτός είναι ο κύριος κι εγώ ο δούλος του;
Αν εγώ είμαι η σκιά του, το όνειρό σου ή η δική μου αχαλίνωτη
επιθυμία μπροστά στον καθρέφτη;

Ω, ερωτική έκσταση!
ουκέτι μακρά λέγω

(Ögonblicket är för Pindaros ett litet rum i tiden, 2006. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.)

Περιθωριακές σημειώσεις δραματικού αναγνώστη του έργου του Δημήτρη Δημητριάδη Διαδικασίες διακανονισμού διαφορών.

Ο τίτλος παρωδεί. Τι όμως; Πέρα από τον εαυτό του, εννοείται. Υπερακριβής, πομπώδης, εξεζητημένος. Πού θα βγάλει αυτή η ειρωνεία; Τρεις λέξεις. Ένα τρίγωνο. Όλες αρχίζουν μ’ ένα τρίγωνο. Ήδη πέντε τρίγωνα στην αρχή, μαζί με αυτά στο όνομα του ΔΔ.

Τρία πρόσωπα. Το τρίγωνο προς την ολοκλήρωση της μορφή του. Μικρά, δισύλλαβα ονόματα. Παραπέμπουν σε γρήγορους ρυθμούς; Απειλητικούς, όπως στον Πίντερ, όπου μονοσύλλαβα και δισύλλαβα ονόματα είναι σημαντικό μέρος της τεταμένης δραματικής οικονομίας και του απότομου ρυθμού των έργων;

1η σκηνή. Παθολογικές σχέσεις. Φόβος και πάθος και «τρελή αγάπη». Το τρίγωνο αρχίζει δράση. Όπως και η παρωδία: «Έρωτας και φόβος πάνε μαζί.» Κάτι περισσότερο από παρωδία. Το ευτελές, το κιτς σε δράση. Μας περιμένουν υστερικές σκηνές; Εντελώς κωμικές;

2η σκηνή. Η οξύτητα των άκρων σε δράση: «Δεν έχω ξαναδεί πιο άσχημη γυναίκα», «Ποτέ δεν έχω δει τόση περιφρόνηση σ’ ένα βλέμμα.» Η γνώριμη ρητορική, αισθητική και κυρίως υπαρξιακή διάσταση του ΔΔ. Μάλλον υστερικές σκηνές παρά κωμικές θ’ ακολουθήσουν.

3η σκηνή. Η Μόνα είναι η καλή. Θα παραμείνει έτσι σ’ όλο το έργο ή θα αλλάξει. Και πώς; Ποιος είναι ο κακός στο τρίγωνο; Ο άσχημος ή ωραίος;

4η σκηνή. Ενδιαφέρουσα δραματουργική κίνηση. Για ποια μηχανή όμως μιλά η Λίνα; Τι ρόλο παίζει η σκηνή αυτή; Τι αποκαλύπτει για τη Λίνα και την παρουσία της στο δραματικό τρίγωνο; Η Λίνα λέει τα δικά της, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Η σκηνή ένα παράθυρο στη δράση του τριγώνου, ένα κενό στις σχέσεις των τριών πλευρών του. Ένα κενό που ωστόσο λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος, παρά σαν ρήγμα.

5η σκηνή. Τα άκρα με τη μορφή κοινοτοπίας: «Αγαπιόμαστε και θ’ αγαπιόμαστε για πάντα.» Προς το τετριμμένο ρομάντσο. Παρωδία σαπουνόπερας;

6η σκηνή. Η παρωδία σαπουνόπερας σε δράση: «Σε θεωρεί άνθρωπο με τρομαχτική δύναμη.» Αλλά και εμφάνιση της ποίησης στο δραματικό εδώ και τώρα: ο ρόλος του βλέμματος και τα ποιητικά του συμφραζόμενα. Τα άκρα συνεχίζουν τη δράση τους. Σίγουρο πια μέρος της δραματικής οικονομίας: «Αυτό που είδα στον Τόνυ απ’ την πρώτη στιγμή δεν ήταν αυτό ή εκείνο. Ήταν όλα.» Εδώ και η πιο καθαρή σύγκρουση δυο δυνάμεων, μέσω τρίτης. Η Μόνα είναι η υποτείνουσα; Η βάση που σχεδόν αγνοείται; Θα αντιδράσει η Μόνα;

7η σκηνή. Ο Τόνυ δείχνει το εγώ του. Αβέβαιο, ανασφαλές, φυσικά. Το τρίγωνο φανερώνει τη δράση του. Και η δράση περνά στη λειτουργική περιγραφή δράσης. Γνώριμο αισθητικό σημείο στον ΔΔ.

8η σκηνή. Το τρίγωνο τρίζει. Το κοινότοπο κάνει ανοίγματα προς το τραγικό. Στον νου μου έρχονται εικόνες από reality show, από τα Φτερά μπεκάτσας του Βαλτινού, από διαλόγους του David Hare, όπου τίποτε δεν φαίνεται να συμβαίνει έξω από τον κόσμο του κειμένου ή ανάμεσα στις γραμμές του. Μια απρόσμενα σκληρή και ρεαλιστική σύμφραση: «Εκτός κι αν δεν κοιτάς ποτέ μέσα σου. Όπως κοιτάς τους άλλους.» Ακολουθεί η κακία του κοινότοπου: «Μη φαντάζεσαι όμως ότι οι άλλοι δεν βλέπουν βαθιά.»

9η σκηνή. Η κρίση ανάμεσα στη Μόνα και τον Τόνυ αναμενόμενη, αλλά έρχεται απότομα. Πολύ απότομα, μάλιστα. Η σχέση της πραγματικότητας με τη φαντασίωση γίνεται πιο εμφανής. Παραπομπή στον Όσκαρ Ουάιλντ: «Σκοτώνεις τα αισθήματα που έχω για σένα.» Και σε άπειρες σαπουνόπερες: «Δεν αντέχω την ζωή χωρίς εσένα.» Και στο λαϊκό φινάλε των Ολυμπιακών αγώνων.

10η σκηνή. Η Λίνα γίνεται όλο και περισσότερο κάτι σαν Κασσάνδρα. Μιλά για «κάτι κακό» που την τρομάζει. Στη φαντασίωση του έργου αυτό πείθει και δεν πείθει εξίσου. Ο κόσμος της Λίνας είναι διπλός. Ούτως ή άλλως. Αλλά σίγουρα κάτι εννοεί απ’ αυτά που λέει για το βλέμμα της: «Εκείνη την μέρα, αυτό τον έκανε να φύγει και μετά να ξεράσει στον δρόμο. Κατάλαβε τι είδα μέσα του.» Θα τη δολοφονήσουν κι αυτή;

11η σκηνή. Ο Τόνυ κρατά σε ένταση την τριγωνικότητα του τριγώνου. Η ανασφάλειά του παίρνει για λίγο τη μορφή της ασφάλειας. Ο Τόνυ δείχνει αυτογνωσία. Δηλαδή ναρκισσισμό. Τι τρέλα θα δείξει όμως η Λίνα; Και πόσο τρελή θα είναι αυτή η τρέλα; Θα βγει και έξω απ’ το τρίγωνο;

12η σκηνή. Η τριγωνικότητα αγγίζει ένα κρίσιμο όριο. Μόνα: «Έπεσα στο κρεβάτι, για να μην ξανασηκωθώ.» Η Μόνα υποτείνουσα, «ταπεινωμένη», απαθής.

13η σκηνή. Η πιο κρίσιμη, μέχρι στιγμής, στιγμή του τριγωνισμού. Η Λίνα δεν κρατιέται άλλο. Εκδηλώνεται ανοιχτά, αλλά η Μόνα δεν ξέρει τίποτε μέχρι τώρα. Η κρίση δεν είναι και τόσο κρίσιμη ακόμη.

14η σκηνή. Πόσα ξέρει η Μόνα; Μάλλον τίποτε. Ούτε καν υποψιάζεται κάτι. Ο Τόνυ υπογραμμίζει το μικρό εγώ του και τη φαντασμένη αντίληψη που έχει για τον εαυτό του, καθώς, μεταξύ άλλων, τον παρουσιάζει και σαν θύμα. Τα άκρα και το μελόδραμα, η ενδοχώρα μιας κιτς απελπισίας.

15η σκηνή. Η αισθητική των άκρων και του κιτς: «Τρυφερός, διεγερτικός, άγριος, σκληρός, ακραίος, γλυκός, δυνατός, ανεξάντλητος, γενναιόδωρος.» Η γνώριμη δημητριάδεια υπερβολή, η λαγνεία της ξέχειλης έκφρασης. Τα λέει η Μόνα αυτά, η υποτείνουσα που ακόμη έχει άγνοια του τι συμβαίνει. Κλασική στιγμή. Το τρίγωνο δεν έχει ακόμη εκραγεί, είναι ακόμη τρίγωνο. Κουβέντα για reality show: Έχει σημασία να μιλάμε για τρίγωνο, όταν πια δεν διατρέχουν μυστικά και ίντριγκες την τριγωνικότητά του;

16η σκηνή. Στροφή προς την καταστροφή. Και τη διαστροφή μήπως; Το σαπουνόδραμα αρχίζει να γίνεται ανυπόφορο.

17η σκηνή. Η Μόνα κρατά το δράμα σε μια σεμνή, ψυχολογικά αξιόπιστη διάσταση στον κατήφορο που τώρα γίνεται όλο και πιο απότομος. Μιλά για «διαστροφή». Των λόγων.

18η σκηνή. Να και η καταστροφή και η ηθική διαστροφή, μπορούσαμε να το φανταστούμε, έρχεται όμως απότομα: «Θέλω να τους σκοτώσω.» Το λέει η Λίνα, όχι η Μόνα. Και η Λίνα υπογραμμίζει τη διαστροφή: «…κάτι γίνεται μέσα μου. Κάτι ωραίο.» Υπογραμμίζει και το άρρωστο εγώ της, όπως ο Τόνυ: «Θα τους σκοτώσω και μετά θα είμαι εγώ.»

19η σκηνή. Ο κατήφορος συνεχίζεται. Και η πνιγερή παρουσία του εγώ, του Τόνυ τώρα. Θα κάνει του κεφαλιού του, θα προστατεύσει τον επίκεντρο, όπως νομίζει, «εαυτό» του.

20η σκηνή. Η καλόπιστη Μόνα δείχνει την καλοσύνη και την πίστη της στον Τόνυ και τη Λίνα. Και την άγνοιά της.

21η σκηνή. Η Λίνα δεν αντέχει άλλο και μιλά για τέλος. Να φτάσει σ’ ένα τέλος: «Μόνο το τέλος αντέχω.» Και πράγματι, φαίνεται ότι η τριγωνική ένταση έφτασε σ’ ένα κάποιο τέλος. Θα είναι οριστικό; Θα παίξει ρόλο ο θάνατος; Η διάλυση του τριγώνου; Τι θα γίνει με το ίδιο το δραματικό έργο; Τι τροπή θα πάρει; Το κείμενο έχει ήδη άλλη μορφή, άλλο ρυθμό, άλλη δομή στη σελίδα. Μονωδία, ποίημα, χορικό.

22η σκηνή. Η υστερία, το μελόδραμα, το σαπουνοκίτς, η ψευδοανάλυση, το πλαστικό εγώ του Τόνυ, η γνήσια κακία του, οι παραπομπές του σε ψευτολαϊκά τραγούδια («Θα πεθάνουν από πόθο»), όλα καταλήγουν στο αστείο : «Αλλά πριν θα τις τρελάνω εντελώς.» Θα είναι φάρσα η συνέχεια;

23η – 28η σκηνή. Η όποια δράση υποχωρεί, η ποίηση καλύπτει κάθε ίχνος ρεαλισμού. Η μονωδία και η τελετουργική εξύψωση κάνουν την υστερία πιο εμφανή. Η Λίνα κραυγάζει σε απόγνωση. Η Μόνα δείχνει ακόμη πιο σκοτεινή την απελπισία της και μας λέει ότι ούρλιαξε, είναι κουρασμένη, η υποτείνουσα που αποζητά τον ύπνο μόνο. Ο Τόνυ ασχολείται με το εγώ του, ηρωικό πάντα στα μάτια του.

29η σκηνή. Η φαντασίωση επιβάλλει τις άπειρες δυνατότητές της πάνω από τη θολή επιφάνεια του τριγώνου και το ατέρμονο τέλος της κρίσης του. Η Μόνα δήθεν εκπλήσσει με τη βίαιη φαντασία της, τα απωθημένα της υποτείνουσας βράζουν εγκληματικά, το υπό θέλει να είναι επί. Το ψευδοτελετουργικό και ψευδομακάβριο παίρνουν τέτοιες διαστάσεις που ξεχνά κανείς τη ψευδότητά τους. Αποκτούν τη δική τους, δημητριάδεια πραγματικότητα.

30η σκηνή. Πάμε πίσω στον χρόνο, πράγμα που η φαντασίωση επιτρέπει χωρίς να μας ξενίζει. Μέσα στην ονειρική και αόριστη ατμόσφαιρα συγκεκριμένες και ρεαλιστικές περιγραφές ρούχων. Ωραίο και απρόσμενο κοντράστ, γνώριμο από άλλα κείμενα του ΔΔ. Το τελετουργικό παίρνει ψευδορομαντικές διαστάσεις, στον νου μου έρχεται η Πενθεσίλεια του Κλάιστ. Και ψευδοδιεστραμμένες διαστάσεις.

32η σκηνή – 40η σκηνή. Το τρίγωνο γίνεται ένα κουβάρι για πρώτη φορά. Φαντασιακό βέβαια. Αλλά τι σημασία έχει πια; Έχουμε ήδη περάσει στη λαϊκή τέχνη του Χόλιγουντ. Όλα είναι δυνατά, όλα τα απωθημένα μπορούν να βγουν στο φως, όλες οι επιθυμίες μπορούν να εκπληρωθούν. Πού τελειώνει η παρωδία; Και ενώ τη σκηνή της Μόνας, την 29η, θα μπορούσε να τη φανταστεί κανείς σε αργή κίνηση, τις σκηνές αυτές μπορεί να τις φανταστεί σε γρήγορη κίνηση και μάλιστα κινουμένων σχεδίων.

41η σκηνή. Η Μόνα δείχνει την κωμική της πλευρά: «Όχι τόσο πολύ. Πολύ το κοιτάς. Μη τόσο πολύ.» Ο Τόνυ τη χαζή του πλευρά: «Εσείς δεν είστε σαν αυτό.» Το πιστόλι, που το κοιτά, όπως δεν κοιτά κανέναν. Η ψευδοποίηση, η ψευδοαγωνία, η ψευδοκλασικιστική αφήγηση, το ψευδοπαράλογο, ο ψευδοKoltès (το πιστόλι στη μοναξιά των κάμπων). Και μετά λίγο pulp fiction, λίγο Tony Soprano, ο ψυχομπερδεμένος, εγωαρρωστημένος δολοφόνος. Λίγο Αγγελόπουλος (η Μόνα και φυγή της) και λίγο Μπέκετ (τέλος του παιχνιδιού). Στο μεταξύ πού πάει η Λίνα, όταν βγαίνει για λίγο; Όταν επιστρέφει όμως γελοιοποιεί ακόμη και το σαπουνοπερατικό στοιχείο του τριγώνου. Μια ψευδότητα από αναφορές, ένας βάλτος από τεχνοτροπίες. Και όλη η τελευταία σκηνή ένα τέλος ατέλειωτο και βουλιαγμένο σε ανθρώπινα έλη. Το τρίγωνο έχει βουλιάξει σε θολά και μολυσμένα νερά. Κι εκεί κάτω δεν ξεχωρίζει η πραγματικότητα από τη φαντασίωση, οι πράξεις από τις επιθυμίες, το καλό από το κακό, η ζωή από τον θάνατο. Το τρίγωνο έγινε ένα κουβάρι και μετά μια ακίνητη ευθεία, θολή και κατακαθισμένη όπως ο πάτος του βούρκου. Καμιά διαδικασία, κανένας διακανονισμός, καμιά διαφορά.

Βασίλης Παπαγεωργίου