Θανάσης Βαλτινός: Ήλοι, ελιές, λέξεις, ήλιος. Φωτοδοκίμιο

Ο Θανάσης Βαλτινός δεν είναι ποτέ μόνος και δεν μ’ αφήνει ποτέ μόνο. Η μοναξιά δεν είναι μέρος του κόσμου του. Η μοναξιά στα κείμενά του έχει ξεμείνει μόνη της στο κενό που δημιουργούν οι συγκρούσεις των γεγονότων. Αυτό που μένει εκτός ιστορίας. Η ιστορία όμως με τα γεγονότα της συνομιλεί μαζί μου, αποζητά την παρουσία μου και τη μαρτυρία μου, την κρίση μου. Και τότε δεν είναι μόνο η ιστορία που με συντροφεύει ή τα γεγονότα της, αλλά και η αντίληψη της ιστορίας, η αντίληψη του ρόλου της στη διαμόρφωση μεταξύ άλλων και της αντίληψης αυτής.

Βασίλης Παπαγεωργίου. Νέα Εστία, Ιούνιος 2017. Δεύτερη ενότητα.

Posted in Archive

Martin Glaz Serup

Breathing in NO

Προσφυγικό ποίημα
(Με τον τρόπο των Του Φου, Γκέοργκ Γιοχάνεσεν και Έιβιντ Μπεργκ)

Αποκάλεσέ με ξένο, νεοφερμένο, γέρο
κάποιον με μακριά μαλλιά, κάποιον με άσπρα μαλλιά
κάποιον που περπατά πάντα σκυφτός
και μοιάζει κάποιον που κάτι ψάχνει
κάποιον που στέκεται μπροστά από τη σκηνή όταν χιονίζει
φορώντας σαγιονάρες

Μίλησε για μένα και πες: είναι εξόριστος για πάντα
δεν έχει τίποτε δικό του, βήχει όταν φυσά
φορά πολύ λεπτά ρούχα για το κλίμα μας
Αυτό ήταν το τραγούδι μου: η λευκή αναπνοή μου

Thessaloniki Now who is passing.jpeg

Η ζωή μου

Γεννήθηκα το 1930.
Γεννήθηκα στο Κάλουντμποργκ.
Μαθήτευσα σε δικηγορικό γραφείο.
Έπιασα δουλειά σε γραφείο στη Superfoss. Έμεινα εκεί ώσπου βγήκα στη σύνταξή στα 60 μου.
Έμενα σε νοικιασμένα δωμάτια στην Κοπεγχάγη.
Δεν μπορούσε κάποιος να αγοράσει κάτι αν δεν ήταν παντρεμένος.
Μόνο όταν γινόσουν 35 μπορούσες να πάρεις ένα ενός δωματίου.
Και πήρα αυτό στο Άλμπερτσλουντ.
Πήρα το τρένο από την Κοπεγχάγη την πρώτη φορά που ήρθα στο Άλμπερτσλουντ, τότε δεν ήταν ακόμη επανδρωμένος σταθμός.
Δεν μιλούσα πολύ με ανθρώπους τότε.
Μόνο όταν βγήκα στη σύνταξη άρχισα να μιλώ με ανθρώπους.
Ζούσα όμως καλά εδώ, δεν ήθελα να μετακομίσω.
Δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι θα μετακόμιζα κάπου αλλού.
Δεν έχω παντρευτεί και δεν έχω παιδιά.
Δεν έχω καθόλου υποχρεώσεις και μπορώ να κάνω ό,τι μου αρέσει.
Ψωνίζω στα μαγαζιά που υπάρχουν.
Διαβάζω πολύ.
Δεν περπατώ και τόσο καλά.
Σηκώνομαι νωρίς.
Ξαπλώνω στις εννιά.
Εδώ στο Άλμπου ήρθα το 2009.
Μου άρεζε να είμαι συνταξιούχος.
Διάβαζα βιβλία και άκουγα μουσική και πήγαινα πολύ στη βιβλιοθήκη.
Διάβαζα εφημερίδες επίσης εκεί.
Έχω παρακολουθήσει επίσης μαθήματα για υπολογιστές, αλλά δεν με ενδιαφέρει και τόσο πολύ.
Το σπίτι μου στη Σούλχουσενε βρισκόταν στον πρώτο όροφο και ήταν 38 τ.μ.
Ήμουν τυχερή που στα 35 μου είχα τον δικό μου χώρο με δική μου είσοδο και μπάνιο.
Άρχισα να κάνω ξιφασκία. Ξιφασκία!
Είμαι μάλιστα πρωταθλήτρια Δανίας.
Έγινα μάλιστα πρωταθλήτρια Δανίας τρεις φορές.
Θυμάμαι εκείνο το ότι πρέπει να τα κατορθώνουμε μόνοι μας που μου άρεσε.
Δεν έκανα ποτέ ομαδική ξιφασκία.
Πήγαινα στην ξιφασκία τρία βράδια την εβδομάδα και ένα βράδυ είχα γυμναστική.
Ήμουν σε καλή κατάσταση τότε.
Δεν είχα κανέναν να του πω ότι έγινα πρωταθλήτρια Δανίας.
Ταξίδεψα στη Ρώμη επίσης.
Έχω πάει στη Ρώμη εννέα φορές
Θέλω να μείνω εδώ μέχρι που δεν μπορώ άλλο.
Είμαι πράγματι μια χαρά.
Είμαι 85 ετών, κάτι μπορεί να συμβεί πολύ γρήγορα.
Έπρεπε να σταματήσω το ποδήλατο όταν έκανα εγχείρηση για κάλους.
Έχω ταξιδέψει πολύ με τρένο.
Δεν παίρνω τόσο πολύ το τρένο πια, επειδή είναι δύσκολο να έχω τον περιπατητή μαζί μου.
Μου αρέσει να έχω την ελευθερία μου. Δεν είναι κάτι που εμποδίζει.
Θέλω να συνεχίσω να μένω εδώ και να μην γίνω πολύ ανάπηρη.

Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.

Posted in Archive

Helga Krook

Prague high up

Anlundar

Γύρω από ένα μεγάλο ωοειδές
τοποθέτησαν τα μικρότερα
και από πάνω τα επίπεδα
Ή βαριά σφαιρικά
ακουμπούν πάνω στα επίπεδα
Σκέφτηκαν το καθένα
Είναι αισθητά στο χέρι
και μικρά μικρά σφαιρικά
ή μεγαλύτερα κρανία
Λειχήνες ξετρυπώνουν
Μεγάλα ανοίγματα
στους θάμνους και στα χόρτα
Όταν αυτά καταρρέουν μένουν πεσμένα

Växjö high up

Πριν από τη λέξη, εκεί στα αριστερά του μονοπατιού

Φως. Άστρο. Γεωσκώληκας
Όλο το χωριό. Όλα τα άλλα δέντρα
Μέσα σ’ αυτό που θρόιζε
Δροσιστική σκιά για να κλείσει
Έλα δίπλα μου τραγούδησε
Η προϋπόθεση που με σκίαζε

Grönska träd och träd som ser, 2009. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. «Anlundar» είναι τοποθεσία στη νότια Γκότλαντ.

Posted in Archive

Tommy Olofsson

Trummen pastoral

Τόσο μακριά

Τόσο μακριά από τη σκέψη σου
που πια δεν μπορείς να την υπολογίζεις,
που η ευθύνη δεν αναπαύεται πια
στους ώμους σου παρά υψώνεται και
πετά μακριά σαν μοναχικό φτερό,
τυφλό και χωρίς το σώμα, αδιάλειπτα

μέσα σε έναν κύκλο που διευρύνεται και
εξαφανίζεται κατά το ήμισυ κάτω
από τον ορίζοντα, πέρα από τον στίχο του ποιήματος,
σαν ουράνιο τόξο φτιαγμένο από προθυμία και απροθυμία,
εξίσου κοντά και μακριά, εξίσου όμορφο και
εξίσου σημαντικό, έτσι είναι να τολμάς να είσαι
ο εαυτός σου.

Tigerhjärtats sånger, 1999. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου.

Posted in Archive, Translations

Magnus William-Olsson

Prague 2017

Αυτό το μικρό φέρετρο με μολυβένια επένδυση
όπου το λεπτό σώμα που πετά τη ζωή μου σαν σκιά φωτίζεται από ένα άγνωστο φως

Για την παιδική ηλικία δεν μπορεί να μιλήσει κανείς
Του παρελθόντος η μη πραγματολογία. Της λήθης φέγγος

Τι σημαίνει το ότι η ζωή μου στα πάντα και πάντα με τη βαθύτερη έννοια είχε στόχο να κρύψει ό,τι κανείς παρ’ όλα αυτά δεν θα μπορούσε να δει;

Τι σημαίνει το ότι θα πεθάνω δίχως να με έχει δει κανείς;
Και γιατί φυλάγω αυτή την επίγνωση σαν της ζωής μου τη μόνη πραγματικά πλήρη
ευτυχία;

Homullus absconditus, 2013. Translation Vasilis Papageorgiou.

Posted in Archive

Εφτά χαϊκού

Grande Bretagne 2

Ευχαριστώ που
Με ανέχεσαι πάλι
Αν και δεν είναι

Ότι αυτό ή
Εκείνο δεν υπάρχουν
Ή ότι ποτέ δεν

Θα υπάρξουν ή
Ποτέ δεν υπήρξαν
Τόσο όσο πού

Είναι το απλό
Επιχείρημα ή μια
Διαπίστωση

Το γεγονός και
Η ύπαρξη μαζί του
Υπάρχει χρόνος

Να εμφανιστεί
Κι όχι από το μέλλον
Μόνο αλλά προς

Το παρόν είμαι
Ταπεινά ευγνώμων που
Με δέχεσαι.

Βασίλης Παπαγεωργίου
https://www.bookpress.gr/prodimosieuseis/poiimata/vasilis-papageorgiou

Grande Bretagne 1

Posted in Archive

Sarah Jackson

John Ahbery, Kenneth Koch, Lo Snöfall, V. Papageorgiou Thessaloniki

Aska

“Qui oserait encore se risquer au poème de la cendre?”
Jacques Derrida

Efter elden är berget förbränt.
Du kan knappt titta på det, bara återspeglat i ögat
på korpen som cirklar ovanför. Sedan lägger sig
en fin grå aska på buskskogen och en ensam nötväcka pickar
efter spindlar i askan. Du vet inte hur du kom hit,
kan inte förstå de två förkolnade trädens märkliga geometri,
som klättrar i det blå. Du trycker öronen mot jorden,
lyssnar efter askans kvarkar, hör ljud, surrandet.
I Cervione band de en kamera på klocktornet
som kunde vrida sig och ta bilder av raseriet. Branden sprider sig som ett hjärta.
Även ordböckerna brinner, och nu detta grå damm,
denna dikt, detta ohörbara rop. Du känner dess värme.
Du hör det väsa. Ta det i munnen. Känn
förbränningen i språket, sättet på vilket det smulas, faller.


Kvarlevor

”…après ma mort, il ne restera plus rien”
Jacques Derrida

1
Idag upptäcker jag att jag kan se genom mina ögonlock.
Du är ringlad över dig själv som om du läser

men det finns ingen bok. Jag väntar, räknar
skogskorneller på gardinen, lyssnar efter telefonen.

Du sitter i bergèren vid mitt huvud
och håller om dina armbågar. Jag luktar på dig: smutsig och söt.

Jag tänker på hur jag kunde ha sagt farväl.
Vi försökte att inte prata om sådana saker.

Du vände dig och ditt heta ansikte var ljust.
Jag såg mig själv speglas i det då jag gick därifrån.

2
Rummet blir kallare. Jag är inte ordnad i en linje.
Snälla, lyft mig från min krokighet.

Vi måste starta om, men det är alltid för sent
och jag är rädd att du inte vet hur man ska börja.

3
Älskling, du överraskar mig: du vänder på, doppar en trasa
i en grund skål, du torkar mina handflator i långsamma cirklar

och vrider mina ringar så att allt ligger i samma riktning.
Detta är vidröring utan att röra,

så som det alltid är. Du är så tyst, ljud glider ner
från taket. Jag är rädd för dig, för din mildhet.

Du säger, ingenting kommer att förbli, och jag hör mina ben
i din röst: Hemma kommer hunden alltid att söka.

Lo Snöfall poster Ashbery Koch

Στάχτη

“Qui oserait encore se risquer au poème de la cendre?”
Jacques Derrida

Μετά την πυρκαγιά το βουνό είναι καψαλισμένο.
Δεν αντέχεις να το βλέπεις, παρά μόνο καθρεφτισμένο στο μάτι
του κορακιού που κάνει κύκλους από πάνω του. Μια λεπτή γκρίζα στάχτη
κατακάθεται έπειτα στα φρύγανα και ένας μοναχικός βραχοτσομπανάκος
σκαλίζει ψάχνοντας αράχνες στις στάχτες. Δεν ξέρεις πώς έφτασες εδώ,
δεν μπορείς να καταλάβεις την παράξενη γεωμετρία δυο απανθρακωμένων δέντρων
που αναρριχώνται στο γαλάζιο. Ακουμπάς τα αφτιά σου στη γη,
προσπαθείς να αφουγκραστείς τα κουάρκ της τέφρας, ακούς ήχους, το βουητό.
Στη Cervione πρόσδεσαν μια κάμερα στο καμπαναριό
για να περιστρέφεται και να παίρνει εικόνες του κακού. Η φωτιά ξαπλώνεται σαν καρδιά.
Ακόμη και τα λεξικά φλέγονται και αυτή η γκρίζα σκόνη τώρα,
αυτό το ποίημα, αυτό το ανάκουστο κάλεσμα. Αισθάνεσαι την κάψα του.
Ακούς τον συριγμό. Παρ’ τον στο στόμα σου. Νιώσε
το κάψιμο μέσα στη γλώσσα, τον τρόπο που θρυμματίζεται, που πέφτει.


Λείψανα

“…après ma mort, il ne restera plus rien”
Jacques Derrida

1
Σήμερα ανακαλύπτω ότι μπορώ να δω μέσα από τα βλέφαρά μου.
Είσαι κουλουριασμένος πάνω από τον εαυτό σου σαν να διαβάζεις

αλλά δεν υπάρχει κανένα βιβλίο. Περιμένω, μετρώντας τις κρανιές
πάνω στην κουρτίνα, έχοντας στον νου μου το τηλέφωνο.

Κάθεσαι σε μια μπερζέρα δίπλα στο κεφάλι μου
κρατώντας τους αγκώνες σου. Σε μυρίζω: βρόμικος και γλυκός.

Σκέφτομαι τον τρόπο που θα μπορούσα να πω αντίο.
Προσπαθούσαμε να μη μιλάμε για τέτοια πράγματα.

Γύρισες και το αναμμένο πρόσωπό σου ήταν φωτεινό.
Είδα το είδωλό μου εκεί καθώς έφευγα.

2
Το δωμάτιο γίνεται όλο και πιο κρύο. Δεν είμαι τακτοποιημένη σε μια γραμμή.
Βγάλε με, σε παρακαλώ, από τη στρέβλωσή μου.

Πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή, αλλά είναι πολύ αργά πάντα
και φοβάμαι ότι δεν ξέρεις πώς να αρχίσεις.

3
Αγάπη μου, με εκπλήσσεις: γυρίζεις, βυθίζεις ένα πανί
σε ένα ρηχό μπολ, σκουπίζεις τις παλάμες μου με αργή κυκλική κίνηση

και στρίβεις τα δαχτυλίδια μου, ώστε όλα να βλέπουν
προς μια μεριά. Αυτό είναι άγγιγμα δίχως να αγγίζεις,

όπως είναι πάντα. Είσαι τόσο ήσυχος, ήχοι γλιστρούν
από το ταβάνι. Σε φοβάμαι, φοβάμαι την αβρότητά σου.

Λες, τίποτε δεν θα απομείνει, και ακούω τα κόκαλά μου
στη φωνή σου: Στο σπίτι ο σκύλος πάντα θα ψάχνει.

Pelt, 2013. Translation Vasilis Papageorgiou*.

Posted in Archive, Translations