Μάνια Μεζίτη, «η μαύρη ανάμεσα»

Summer by Trummen

Τα μικρά ποιήματα της Μάνιας Μεζίτη στη συλλογή η μαύρη ανάμεσα,  η οποία αποφεύγει επιμελώς τα κεφαλαία γράμματα, τράβηξαν αμέσως την προσοχή μου. Αυτό είναι το πρώτο ποίημα που διάβασα με τον τίτλο «[στρείδι]»:

δεν χρειάζεται μαχαίρι
αν το κρατάς
και τραγουδάς
ανοίγει

Μου άρεσε η ευφυία του ποιήματος και στη λυρική κυριολεξία του και στη μεταφορική ή φιλοσοφική του δύναμη. Το ότι επίσης το ποίημα δεν ελέγχεται από στίξη απελευθερώνει ακόμη περισσότερο τη φαντασία μου και τη διάθεσή μου για συνειρμούς και διαλογισμούς. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από το ότι ο τίτλος είναι ανάμεσα σε αγκύλες. Πρόκειται για στρείδι, αλλά βέβαια και για κάτι άλλο, για οτιδήποτε θέλει άνοιγμα ή θέλουμε εμείς να το ανοίξουμε, κάτι που θα μπορούσαμε να κάνουμε δίχως τη χρήση βίας. Αντίθετα μάλιστα. Και ενώ οι αγκύλες περικλείουν τον τίτλο, στην πράξη τον ανοίγουν, τον αμφισβητούν, τον αναβάλλουν και τον αναιρούν, αν θέλουμε.

Η φιλοσοφική διάσταση του κομψού, λιτού και νοηματικά επακριβούς ποιήματος με ώθησε πάραυτα να διαβάσω όλα τα ποιήματα της συλλογής με διάθεση και περιέργεια που εμβάθυναν όλο και περισσότερο την παρατηρητικότητά μου. Όλα τα ποιήματα εμπνέονται και αποδίδουν καίρια μια συχνά αινιγματική και ειρωνική σοφία ζωής, το σεμνό ήθος των εμπειριών, την έγνοια για τα αισθήματα των άλλων, την ουσιαστική ταύτιση μαζί τους. Και συγχρόνως αποδίδονται όλα αυτά ως μέρος μιας ροής, μιας μεγαλύτερης συρροής που μας αφήνει να αφηνόμαστε και να την αφήνουμε, που μας κάνει όλους πιο λυτρωμένους, πιο ώριμους, πιο διαυγείς και οξυδερκείς. Και ακόμη, όποτε το θέλουμε, πιο οξείς και πιο αυτοσαρκαστικούς.

Η ροή αυτή με συμπαρασύρει πιο αβίαστα καθώς όλη η συλλογή αποφεύγει παντελώς τη στίξη και τα κεφαλαία γράμματα, και τοποθετεί όλους τους τίτλους των ποιημάτων εντός αγκυλών. Αποφεύγει επίσης τα έμμεσα ή άμεσα διδάγματα, αφήνοντας μόνο το βάθος της ζωής να αποτυπώνεται στις παρατηρήσεις τους λυρικού υποκειμένου. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι από τις πιο πολύτιμες προσφορές της συλλογής. Στο ποίημα «[family outlet]» μας επιτρέπεται να έρθουμε πολύ κοντά στη δραματική γαλήνη (τα οξύμωρα είναι μέρος του νοητικού κόσμου της συλλογής) μιας οικογενειακής σκηνής:

στο τέλος της μέρας
ήταν δύσκολα στο σπίτι
όταν περνούσε το τρένο
και προσπαθούσε να ισορροπήσει
στις πρόχειρες ράγες
που είχαμε στήσει στο πάτωμα
έκανε φασαρία δαιμονισμένη
εμείς το κοιτάζαμε νωχελικά απ’ τον καναπέ
συνήθως δεν το προλαβαίναμε
μισοκοιμόμασταν εκείνη την ώρα

Συμβαίνουν πράγματα προσωπικά στο ποίημα, τα οποία μας δίνονται με οικειότητα και με λεπτομέρειες ενός μικρού καθημερινού δράματος που το κάνουν όμορφο από μόνα τους. Δημιουργείται μια διαυγής πραγματικότητα που ξυπνά μνήμες και συναισθήματα μέσα μας. Το προσωπικό γίνεται έτσι γενικό, συνολικό, διαχέεται σε συλλογικές μας σχέσεις. Όμως την ίδια στιγμή το ποίημα φανερώνει και τις μετωνυμικές του διαστάσεις, ανοίγεται προς κάτι απειλητικό και δυσοίωνο: Η πολυσημία της λέξεις «outlet» στον τίτλο ή το ενδεχόμενο ενός εκτροχιασμού στη δύσκολη εκείνη στιγμή της μέρας ρίχνουν τη σκιά τους πάνω στο βιωμένο και το προσδένουν για παράδειγμα στη μέριμνα για υπαρξιακές ισορροπίες.

Ποιήματα ευρηματικά, πρωτότυπα. Κυρίως όμως μεστά, ακέραια και περίσκεπτα. Υπέροχα ποιήματα που συνδιαλέγονται με τη ζωή και με τη γλώσσα με αυτογνωσία, ταπεινότητα και στιλπνή λιτότητα:

[κόμπος]

στείλε μου ένα μπαλόνι
κόκκινο σαν πόνο
νομίζω σε αδίκησα
πολλές φορές

η μαύρη ανάμεσα, Εκδόσεις κύμα, 2018.
Βασίλης Παπαγεωργίου

Lars Gustaf Andersson

Με δέχτηκες, μου επέτρεψες ν’ αδειάσω
από τον εαυτό μου· έχασα το όνομά μου τότε,
όλες τις μέρες που έχω γνωρίσει, και με
απελευθέρωσες από τις νύχτες επίσης.

Cat on red car roof

You received me, you let me be emptied
of myself; I lost my name then,
all the days that I have known, and you
also freed me from the nights.

Kvartett, 2018. Translation Vasilis Papageorgiou.

Κλαίρη Μιτσοτάκη: Μας παίρνει ο αέρας

Mitsotaki illuminations b

Μιλώντας με την Κλαίρη Μιτσοτάκη περιμένω πάντα την επόμενη έκπληξη. Οι στιγμές ξεπηδούν σαν ακανόνιστες λάμψεις όχι από κάποιο σκοτάδι, αλλά από το φως της παρουσίας της και μου μιλούν όπως «κάθε πέτρα» του δρόμου έδειχνε να μιλά στον περιπλανώμενο Ντίκενς. Προς ποια μεριά θα στραφώ τώρα. Πού θα βρεθώ τη φορά αυτή. Ποιους στιλπνούς συνειρμούς θα ακολουθήσω. Από ποια μεριά θα δω τον κόσμο και πάλι. Ποια αφάνεια, ποια υποφάνεια, θ’ αναδυθεί στη επιφάνεια.

Βασίλης Παπαγεωργίου, Κλαίρη Μιτσοτάκη: Μας παίρνει ο αέρας. Φωτοδοκίμιο. Θεσσαλονίκη: Σαιξπηρικόν, 2017.

Mitsotaki illuminations a

Margarita Papageorgiou

A tower by the tower

Lettre d’amour

”Lettre d’amour”, Jacques Lacan

Hur dina ord flyter
på min hjärnas hud

Hur dina ord vattnar
min huds drömmar

Hur dina ord väcker
mina tankars blod

Hur dina ord rubbar
mina fingrars tankar

Hur dina ord hetsar
mina begärs fingrar

Hur dina ord rotar i
mina ådrors önskningar

Hur dina ord bekräftar
mina svärmeriers ådror

Våra ord en orgasm
och havet inuti
men skärgården är stor
Från vilken sida simmar jag?

Metaplasmata [Metamorfoser (eller Jordförbättringsmedel eller Metavarelser], 2018. Översättning Vasilis Papageorgiou.

Τζον Άσμπερυ, κολλάζ και ποιήματα

Ashbery poems and collages

Η ποίηση του Τζον Άσμπερυ εξαρτάται από το πώς ο ποιητής έβλεπε τον κόσμο, από τις οπτικές εντυπώσεις, οι οποίες στη συνέχεια μετατρέπονταν σε λεκτικές διατυπώσεις. Και ακριβώς όπως και στα ποιήματά του, ο εικαστικός καλλιτέχνης Άσμπερυ αποφεύγει τη συνειρμική συνέπεια: Στα κολλάζ του διευρύνεται η μείξη του ξυπνητού με το ονειρικό, του υψηλού με το ταπεινό, του μεγαλειώδους με το τετριμμένο με τρόπο άνετο και δημιουργικό. Ίσως πιο χαρακτηριστικό στοιχείο των κολλάζ είναι το πώς αυτά με μια γενναιόδωρη και απολαυστική χειρονομία μας επιτρέπουν να λάβουμε μέρος στο ακατάπαυστο βούισμα της ζωής, το οποίο στα ποιήματα ακολουθεί τη ροή του χρόνου, ενώ στα κολλάζ μεταμορφώνεται σε στιγμιότυπα μιας εξίσου ρευστής πραγματικότητας. Ο Άσμπερυ αφηγείται για τις εικόνες και το βουητό στην ποίησή του, όπως και για τις καρτ-ποστάλ που συνέλλεγε, και στη συνομιλία που κατέγραψα μαζί του και η οποία με τον τίτλο «Η ποίηση βγαίνει μέσα από άλλη ποίηση» δημοσιεύτηκε το 1990 στο περιοδικό Εντευκτήριο13 (στην αγγλική της εκδοχή η συνομιλία βρίσκεται εδώ: https://chromatachromata.com/interview-with-john-ashbery/).

Ο Άσμπερυ έκανε τέσσερις εκθέσεις με κολλάζ: το 2008, το 2011, το 2015 και το 2016-2017. Όλες στη θρυλική Tibor de Nagy Gallery στη Νέα Υόρκη, η οποία στη δεκαετία του 1950 είχε παρουσιάσει για πρώτη φορά πολλούς από τους λεγόμενους ζωγράφους και ποιητές της Σχολής της Νέας Υόρκης. Πολλές εικόνες έχουν την πηγή τους στις καρτ-ποστάλ που ο Άσμπερυ, με ιδιαίτερη αδυναμία στις ασυνήθιστες, συγκέντρωνε με ενθουσιασμό για πολλά χρόνια. Η αγάπη του για τις καρτ-ποστάλ, οι οποίες του ενέπνευσαν τις πιο απρόβλεπτες και ευφυείς συσχετίσεις, επιβεβαιώνεται και από την τεράστια ποσότητα τέτοιων εικονογραφημένων καρτών που είχε γράψει και αποστείλει από τα νεανικά του χρόνια και οι οποίες τώρα είναι μέρος του αρχείου του στη βιβλιοθήκη Houghton του Χάρβαρντ. Έκανε τα πρώτα του κολλάζ κατά το τελευταίο μέρος της δεκαετίας του ’40, όταν σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Επέστρεψε σε αυτά στην αρχή και στα μέσα της δεκαετίας του ’70, καθώς και στα χρόνια πριν από τις τέσσερις εκθέσεις του στη Νέα Υόρκη, τα τελευταία της ζωής του.

Η εικόνα διαδραμάτιζε πάντα έναν κεντρικό ρόλο στη ζωή και στη δημιουργική γραφή του Άσμπερυ. Για πολλά χρόνια ήταν κριτικός τέχνης σε μεγάλες αμερικανικές εφημερίδες και σε σημαντικά περιοδικά. Μια επιλογή κειμένων του από την περίοδο εκείνη δημοσιεύεται το 1991 στον τόμο Reported sightings: Art chronicles 1957-1987. Έγραψε επίσης δοκίμια για καταλόγους εκθέσεων και συνεργάστηκε με φίλους του ζωγράφους.

Την πιο προφανή ίσως σύμπραξη εικόνων και λέξεων τη βρίσκουμε στο μακρύ ποίημα «Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο», το οποίο μας δίνει μια απίθανη θεώρηση του πίνακα του Francesco Parmigianino με το ίδιο όνομα (την εικόνα αυτή ο Άσμπερυ τη χρησιμοποιεί σε κολλάζ του επίσης), στο Vermont Notebook, όπου ο Άσμπερυ έγραψε τα κείμενα και ο Joe Brainard (ο οποίος ενέπνευσε την Άσμπερυ να δημιουργήσει πολλά από τα κολλάζ του στη δεκαετία του ’70) έκανε τις εικόνες, καθώς και στο μακρύ ποίημα Κορίτσια σε φυγή, το οποίο έχει την αφετηρία του στα εικονογραφημένα μυθιστορήματα του εκκεντρικού Χένρι Ντάργκερ (το ποίημα αυτό καθώς και ένα σημείωμα για τον Ντάργκερ δημοσιεύτηκαν το 2011 στο περιοδικό Νέα Εστία, τ. 1840).

Πριν από μερικές εβδομάδες κυκλοφόρησε στη Νέα Υόρκη από τον εκδοτικό οίκο Rizzoli/Electa το βιβλίο John Ashbery, They knew what they wanted: Poems and collages. Εδώ συγκεντρώνεται ένας μεγάλος αριθμός κολλάζ, τα οποία συνοδεύονται από ποιήματα του Άσμπερυ (ανάμεσά τους και το «controls», άγνωστο μέχρι πρόσφατα), σε μια θαυμάσια προσπάθεια να φανεί ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής αντιλαμβανόταν τον κόσμο γύρω του και πώς αυτός αποτυπωνόταν μέσα του, πώς η τέχνη και η αισθητική του κολλάζ έπαιζαν έναν σημαντικό ρόλο και στη δημιουργία των ποιημάτων του. Το βιβλίο συνοδεύει και ένα εξαιρετικά διευκρινιστικό κείμενο με αποσπάσματα συνομιλιών ανάμεσα στον Άσμπερυ και τον ποιητή και κριτικό τέχνης John Υau.

Βασίλης Παπαγεωργίου
Μέρος του κειμένου αυτού, σε κάπως διαφορετική μορφή, δημοσιεύτηκε το 2013 στο σουηδικό περιοδικό 10tal 14. Φωτογραφίες του  ΒΠ: α) Το νέο βιβλίο, β) Μέρος από τη δεύτερη έκθεση στη Νέα Υόρκη.

Ashbery's second exhibition

Liana Sakelliou

Old body and the sea

Rosebud

Nattetid mötte jag stranden.
Det lyste torrt vitt,
löv ruttnade
och en tom pumpa med ett tänt ljus i
luktade undantag
Vinterns benlika struktur över landskapet.
Något väntade ensamt
på släden.

Pare me san fotografia [Ta mig som ett fotografi, med fotografier av Elena Sheenan], 2004. Översättning Vasilis Papageorgiou.