John Ashbery

Ashbery Thessaloniki 1997

Κλιματική διόρθωση

Τι κι αν έγινε προσπάθεια να διευρυνθεί
το χάσμα. Στριφογύριζε στο τοπίο.
Δεν είναι για μας να στριφογυρίζουμε στη διαφορά.

Αφήσαμε το δωμάτιο
σε άλλα χέρια, για να βγούμε σαν μερινό φάντασμα.
Τι σου έλεγα;

Περίπατοι στις καλαμιές. Φέρσου
του προσβλητικά.
Χρειάζεσαι ένα πιο ελαφρύ ποτό τώρα.

Με άλλα λόγια, επίμενε, αλλά μάλλον
σαν πυκνή σκιά που σκόρπισε.
Όχι ακριβώς απεχθής, αλλά καταλαβαίνεις τι εννοώ.

Το τελευταίο ποίημα του Άσμπερυ, γραμμένο στο χέρι λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2017. Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου. Φωτογραφία ΒΠ: Ο Άσμπερυ στη Θεσσαλονίκη το 1997.

Enjoy a meeting

Theory street

Is it not great in so many ways, bringing two particular worlds together, loving them both with a particular kind of love, bringing two different loves together, which means so many more, opening straightaway another particular world, which of course is many, are many, as we all immediately see and almost are about to say. And this is our freedom of choice, all ours, to choose our point for the moment, this very instant that I am looking at you extend your hand, enjoy a meeting, this prevailing instant that one specific love intensifies, that lives its own life before we let another instant arrive, before other instants overwhelm us at the spot where all this presents itself, on a kind of strange street of tenderness, where we can surely theorize if we wish to, where the warmth of the choice reveals its heart again.

Vasilis Papageorgiou

Χένρικ Ίψεν, Χέντα Γκάμπλερ

Sleeping in Thessaloniki

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο μεγάλος Νορβηγός δραματουργός Χένρικ Ίψεν έγραψε το τετράπρακτο έργο του Χέντα Γκάμπλερ στο Μόναχο το 1890. Το έργο ανέβηκε εκεί, παρουσία του συγγραφέα, τον Ιανουάριο του επόμενου έτους. Δημοσιεύτηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1890 στην Κο- πεγχάγη και την Χριστιανία (Όσλο) από τον ίδιο εκδοτικό οίκο σε 10.000 αντίτυπα, αριθμός εξαιρετικά σημαντικός την εποχή εκείνη, όπως και τη δική μας. Η μετάφραση αυτή έγινε έπειτα από πρόταση του θεάτρου Ακτίς Αελίου και βασίζεται, όχι όμως αποκλειστικά, στο κείμενο που περιλαμβάνεται στα Άπαντα του Ίψεν, τα οποία δημοσιεύτηκαν από το 1898 ως το 1902 στην πρωτεύουσα της Δανίας.

Ήδη από την πρώτη σελίδα με απορρόφησε ο τρόπος με τον οποίο ο Ίψεν χτίζει τον άμεσο,- πειστικό ρεαλισμό του έργου, η άνεση με την οποία αναπαράγει την πραγματικότητα με τις λεπτομέρειές της, τις καθημερινές μικροσυνήθειες και ανησυχίες της, τα παρορμητικά συναι- σθήματα, την ανεπεξέργαστη κακία και τις αυθόρμητες αντιδράσεις της. Στη γλώσσα αυτό γίνεται αντιληπτό από τις μικρές εμβόλιμες λέξεις που σαν διάσπαρτα ημερόχορτα χαλαρώνουν ήεντείνουν τον γραπτό λόγο, τον λειαίνουν και του δίνουν την αβίαστη χροιά του προφορικού. Πρόκειται για λέξεις όπως «λοιπόν», «πάντως», «βέβαια», «καν», «πια» ή «μα» που συχνά δεν έχουν άμεση αντιστοιχία στα Ελληνικά. Αυτό ήταν και η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα. Να διατηρήσω και να μεταφέρω στα Ελληνικά τη φυσική ροή της ιψενικής στιχομυθίας, χωρίς να θυσιάσω καμιά από τις μικρές αυτές λέξεις. Η σπουδαιότητα του ρεαλισμού της γλώσσας αυτής και της πραγματικότητας που αυτή δημιουργεί γίνεται φανερή και από το γεγονός ότι η πρώτη πράξη του έργου είναι σχεδόν διπλάσια από την τέταρτη. Πρώτα δημιουργείται ο κόσμος του δράματος, τα ευρύτερα όρια της πλοκής, τα οποία στη συνέχεια θα δεχθούν την εξέλιξη, την δραματικότητα και τις καταλήξεις των γεγονότων και των συγκρούσεών τους.

Και μέσα στη φυσικότητα της καθημερινής ζωής που ο Ίψεν αναπτύσσει αργά και ανεπαίσθητα, οι επιθυμίες, τα λόγια και οι πράξεις της Χέντας Γκάμπλερ, το ηθικό τους υπόβαθρο και οι σκοτεινές πηγές τους γίνονται ακόμη πιο απροσδόκητες, ακατανόητες, σκαιές και ασυγχώρητες. Και ενώ η Νόρα Χέλμερ του Κουκλόσπιτουβρήκε τη δύναμη να διαρρήξει τον πνιγηρό της κλοιό και να αναζητήσει την ανθρώπινη αξία της, και η Τέα Έλβστεντ να κάνει το ίδιο και επιπλέον να προλάβει να εμπνεύσει κάποιον να ξαναβρεί την αυτοεκτίμησή του, η ΧένταΓκά- μπλερ παραμένει δειλή, υπονομεύει τη δική της ύπαρξη και των άλλων γύρω της, επιδιώκει να εξουσιάσει, όπως ή ίδια λέει, μια ανθρώπινη μοίρα, και επειδή δεν τα καταφέρνει εξουσιάζει αμετάκλητα τη δική της.

Τι είναι όμως αυτό που από την αρχή του έργου την ωθεί να λέει και να κάνει πράγματα γεμάτα κακία και φθόνο; Τι είχε στον νου του ο Ίψεν όταν διαμόρφωνε τον χαραχτήρα της; Όπωςμας λέει ο ίδιος, πάντοτε και πριν ακόμη γράψει την πρώτη λέξη έπλαθε στο μυαλό του τη λεπτομερή εικόνα του κεντρικού προσώπου του έργου, εισχωρούσε «ως τα μύχια της ψυχής του», ήταν «βέβαιος για κάθε άποψη της ανθρώπινης φύσης του». Τα υπόλοιπα πρόσωπα και η πλοκή ακολουθούσαν κατόπιν με τρόπο «φυσικό». Στην περίπτωση της Χέντας Γκάμπλερ σημείωσε επίσης ότι ήθελε να φέρει σε αντιπαράθεση «δυο κοινωνικές τάξεις που δεν καταλάβαιναν η μια την άλλη». Και στο χάσμα που δημιουργεί αυτή η ακατανοησία, το οποίο βέβαια δεν είναι καθόλου άσχετο με το χάσμα που δημιουργεί το ανδροκρατούμενο κοινωνικό πλαίσιο του έργου, οι περισσότεροι χαρακτήρες του δείχνουν και την κακόβουλη πλευρά του εαυτού τους. Υπερέχει όμως η καλοσχεδιασμένα ασυλλόγιστη εθελοκακία της Χέντας Γκάμπλερ (που έχει επιπτώσεις πέρα από τον στενό της κύκλο, όταν καίγοντας το χειρόγραφο στερεί τον κόσμο από κάτι σημαντικό) και το αίνιγμα της εθελοκακίας αυτής, την οποία τόσο εσκεμμένα ο Ίψεν τοποθέτησε στην καρδιά του έργου, δίχως να δίνει στην Χέντα Γκάμπλερ τη δυνατότητα νατην στοχαστεί, δίχως έναν μικρό έστω μονόλογο ενδοσκόπησης, όπου θα μπορούσε να αναλογιστεί την ομολογημένη από την ίδια δειλία της ή την ευθύνη της για το παιδί που κυοφορεί. Έτσι η Χέντα Γκάμπλερ με τις πράξεις της προβληματίζει ή τρομάζει διαφορετικά πάντα, μας βάζει να σκεφτόμαστε νέες ηθικές διαστάσεις και τις συνέπειές τους σε όλους μας κάθε φορά που επιστρέφουμε στον αδιαπέραστο και για τον λόγο αυτόν πιο βίαιο πυρήνα των πράξεών της.

Παρόλα αυτά ο πολύπλοκος, ασυμπόνετος, δειλός, υπεροπτικός και αμαζόνιος χαρακτήρας της, ο οποίος έχει μετατρέψει το εγώ της σε έναν μηχανισμό που ενδιαφέρεται μόνο για την επιρροή του πάνω σε άλλους και για το είδωλό του, μας προσφέρει κάτι παγιωμένο από τον εσωτερικό της κόσμο: το θάρρος της να ομολογήσει τη δειλία της και τις απόψεις της για την ομορφιά και τον θάνατο. Η Χέντα Γκάμπλερ φοβάται την ανατροπή των συμβάσεων και τα επακόλουθα σκάνδαλα, και με τρόπο νευρωτικό αγαπά την ομορφιά και τον ωραίο θάνατο. Και ορίζει τον δικό της όταν η αυτοκαταστροφική της πορεία δεν της επιτρέπει πια να επιλέξει την ομορφιά για τον εαυτό της σε βάρος των άλλων, όταν η συμβατική ανεξαρτησία της απειλείται από την ασχήμια των πράξεών της.

Παραμένει όμως το αίνιγμα στον πυρήνα του χαρακτήρα της Χέντας Γκάμπλερ, το ερώτημα γιατί αυτοπαγιδεύεται μια έξυπνη και δυναμική γυναίκα, όπως βέβαια παραμένει και ο αριστο- τεχνικά ρεαλιστικός τρόπος με τον οποίο ο Ίψεν φροντίζει την τόσο ασυνήθιστη και αντιφατική προσωπικότητά της, τις ανθρώπινες συνθήκες και σχέσεις που επιτρέπει ή δεν επιτρέπει να ανα- πτυχθούν, τον σιωπηλό ρόλο που παίζει, για όλους σχεδόν τους χαρακτήρες, η ηθική ανάμεσα στις ατάκες του έργου. Και αυτοί είναι μερικοί από τους λόγους που κάνουν το έργο αυτό του Ίψεν από το πιο πολυπαιγμένα αριστουργήματα της παγκόσμιας δραματουργίας.

ΘΈΑΤΡΟ ΕΤΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πρεμιέρα 19-10-2016

Μάνια Μεζίτη, «η μαύρη ανάμεσα»

Summer by Trummen

Τα μικρά ποιήματα της Μάνιας Μεζίτη στη συλλογή η μαύρη ανάμεσα,  η οποία αποφεύγει επιμελώς τα κεφαλαία γράμματα, τράβηξαν αμέσως την προσοχή μου. Αυτό είναι το πρώτο ποίημα που διάβασα με τον τίτλο «[στρείδι]»:

δεν χρειάζεται μαχαίρι
αν το κρατάς
και τραγουδάς
ανοίγει

Μου άρεσε η ευφυία του ποιήματος και στη λυρική κυριολεξία του και στη μεταφορική ή φιλοσοφική του δύναμη. Το ότι επίσης το ποίημα δεν ελέγχεται από στίξη απελευθερώνει ακόμη περισσότερο τη φαντασία μου και τη διάθεσή μου για συνειρμούς και διαλογισμούς. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από το ότι ο τίτλος είναι ανάμεσα σε αγκύλες. Πρόκειται για στρείδι, αλλά βέβαια και για κάτι άλλο, για οτιδήποτε θέλει άνοιγμα ή θέλουμε εμείς να το ανοίξουμε, κάτι που θα μπορούσαμε να κάνουμε δίχως τη χρήση βίας. Αντίθετα μάλιστα. Και ενώ οι αγκύλες περικλείουν τον τίτλο, στην πράξη τον ανοίγουν, τον αμφισβητούν, τον αναβάλλουν και τον αναιρούν, αν θέλουμε.

Η φιλοσοφική διάσταση του κομψού, λιτού και νοηματικά επακριβούς ποιήματος με ώθησε πάραυτα να διαβάσω όλα τα ποιήματα της συλλογής με διάθεση και περιέργεια που εμβάθυναν όλο και περισσότερο την παρατηρητικότητά μου. Όλα τα ποιήματα εμπνέονται και αποδίδουν καίρια μια συχνά αινιγματική και ειρωνική σοφία ζωής, το σεμνό ήθος των εμπειριών, την έγνοια για τα αισθήματα των άλλων, την ουσιαστική ταύτιση μαζί τους. Και συγχρόνως αποδίδονται όλα αυτά ως μέρος μιας ροής, μιας μεγαλύτερης συρροής που μας αφήνει να αφηνόμαστε και να την αφήνουμε, που μας κάνει όλους πιο λυτρωμένους, πιο ώριμους, πιο διαυγείς και οξυδερκείς. Και ακόμη, όποτε το θέλουμε, πιο οξείς και πιο αυτοσαρκαστικούς.

Η ροή αυτή με συμπαρασύρει πιο αβίαστα καθώς όλη η συλλογή αποφεύγει παντελώς τη στίξη και τα κεφαλαία γράμματα, και τοποθετεί όλους τους τίτλους των ποιημάτων εντός αγκυλών. Αποφεύγει επίσης τα έμμεσα ή άμεσα διδάγματα, αφήνοντας μόνο το βάθος της ζωής να αποτυπώνεται στις παρατηρήσεις τους λυρικού υποκειμένου. Οι παρατηρήσεις αυτές είναι από τις πιο πολύτιμες προσφορές της συλλογής. Στο ποίημα «[family outlet]» μας επιτρέπεται να έρθουμε πολύ κοντά στη δραματική γαλήνη (τα οξύμωρα είναι μέρος του νοητικού κόσμου της συλλογής) μιας οικογενειακής σκηνής:

στο τέλος της μέρας
ήταν δύσκολα στο σπίτι
όταν περνούσε το τρένο
και προσπαθούσε να ισορροπήσει
στις πρόχειρες ράγες
που είχαμε στήσει στο πάτωμα
έκανε φασαρία δαιμονισμένη
εμείς το κοιτάζαμε νωχελικά απ’ τον καναπέ
συνήθως δεν το προλαβαίναμε
μισοκοιμόμασταν εκείνη την ώρα

Συμβαίνουν πράγματα προσωπικά στο ποίημα, τα οποία μας δίνονται με οικειότητα και με λεπτομέρειες ενός μικρού καθημερινού δράματος που το κάνουν όμορφο από μόνα τους. Δημιουργείται μια διαυγής πραγματικότητα που ξυπνά μνήμες και συναισθήματα μέσα μας. Το προσωπικό γίνεται έτσι γενικό, συνολικό, διαχέεται σε συλλογικές μας σχέσεις. Όμως την ίδια στιγμή το ποίημα φανερώνει και τις μετωνυμικές του διαστάσεις, ανοίγεται προς κάτι απειλητικό και δυσοίωνο: Η πολυσημία της λέξεις «outlet» στον τίτλο ή το ενδεχόμενο ενός εκτροχιασμού στη δύσκολη εκείνη στιγμή της μέρας ρίχνουν τη σκιά τους πάνω στο βιωμένο και το προσδένουν για παράδειγμα στη μέριμνα για υπαρξιακές ισορροπίες.

Ποιήματα ευρηματικά, πρωτότυπα. Κυρίως όμως μεστά, ακέραια και περίσκεπτα. Υπέροχα ποιήματα που συνδιαλέγονται με τη ζωή και με τη γλώσσα με αυτογνωσία, ταπεινότητα και στιλπνή λιτότητα:

[κόμπος]

στείλε μου ένα μπαλόνι
κόκκινο σαν πόνο
νομίζω σε αδίκησα
πολλές φορές

η μαύρη ανάμεσα, Εκδόσεις κύμα, 2018.
Βασίλης Παπαγεωργίου

Lars Gustaf Andersson

Με δέχτηκες, μου επέτρεψες ν’ αδειάσω
από τον εαυτό μου· έχασα το όνομά μου τότε,
όλες τις μέρες που έχω γνωρίσει, και με
απελευθέρωσες από τις νύχτες επίσης.

Cat on red car roof

You received me, you let me be emptied
of myself; I lost my name then,
all the days that I have known, and you
also freed me from the nights.

Kvartett, 2018. Translation Vasilis Papageorgiou.

Κλαίρη Μιτσοτάκη: Μας παίρνει ο αέρας

Mitsotaki illuminations b

Μιλώντας με την Κλαίρη Μιτσοτάκη περιμένω πάντα την επόμενη έκπληξη. Οι στιγμές ξεπηδούν σαν ακανόνιστες λάμψεις όχι από κάποιο σκοτάδι, αλλά από το φως της παρουσίας της και μου μιλούν όπως «κάθε πέτρα» του δρόμου έδειχνε να μιλά στον περιπλανώμενο Ντίκενς. Προς ποια μεριά θα στραφώ τώρα. Πού θα βρεθώ τη φορά αυτή. Ποιους στιλπνούς συνειρμούς θα ακολουθήσω. Από ποια μεριά θα δω τον κόσμο και πάλι. Ποια αφάνεια, ποια υποφάνεια, θ’ αναδυθεί στη επιφάνεια.

Βασίλης Παπαγεωργίου, Κλαίρη Μιτσοτάκη: Μας παίρνει ο αέρας. Φωτοδοκίμιο. Θεσσαλονίκη: Σαιξπηρικόν, 2017.

Mitsotaki illuminations a