Yvonne Reddick

 

canterbury

J. F. Perriers, geolog manqué

Hans skatter: svart ögongnistrande turmalin
i en matris av vitt,

ädelstensblinkning från kristaller av gwindel
deras skiftning en trollkarls dimridå,

en blodstensros, den glänsande vikten
av kantiga kronblad,

den blodskimrande granaten
en mörk ven mellan oss.

Jag vänder dem mellan fingrarna
och ser en man med mina ögon
utföra den långsamma klättringen från Göschenen till Airolo
över gränsen som skiljer floder,
språkets vattendelare.

Han smuttar på ett rött Ticino i Ospizio –
nerverna stadigare, han går mödosamt i
stövlar och gummerad regnrock,
gruvarbetarlampan svänger fortfarande i ena handen.

Cristallieren gör loss repstegen
och min gammelfarfar
klättrar nerför klippan
in i den utgångslösa sprickan –

han vrider huvudet och axlarna
in i håligheten av mineralhuggtänder. Ljudet
av skrapandet i lera och grus,
sedan ringer mejseln mot berget.

En timme senare dyker han upp,
polisongerna tjocka av damm,
ansiktet strålar. I handen
en dammig klump av spetsar.

Han återvänder till Genève
med den värsta torticollis
hans läkare någonsin sett
och du kvarts fumé magnifique.

Den flagnande etiketten på hans provbit lyder
St Gotthard, 1859.
Fortfarande vinkar hans varsamma hand
i sepiabläck mot nyckelhållspasset.

*

Flyktig fuga

Preussiskt blå ögon följer dina fotsteg
bakom hårkors. Alla vägmärken
till Fer-à-Chevals hästsko av vattenfall
mäter avståndet till Rom
i detta Frankrike, där en visselpipa
samlar jakthundar till kragstövelns häl.

Göm dig bakom kaskaden i Lyre
annars kommer du att gräva våra gravar i himlen
över dalen vid världens ände
i Bout du Monde.

Klättra upp i Fond de la Combe,
titta på hur ljuset bryter fram
över Corne du Chamois. Låt prästen
leda dig över den flodlösa karsten
i Désert de Platé.

Vi kan inte prisa solen på topparna
med en Birkat Hachamah, men här är vi,
min syster och jag, sjuttiofem år senare.
Två shiksa-systrar med en halvt bortglömd strimma
av tyska judar, som upprepar ljudet av dina steg
längs åsen på Sixt
för att blicka ut mot Schweiz.

Lyftandet av min systers askblonda hår.
Ditt asklika hår i mina grå, min anfader Schmidt.

Översättning Vasilis Papageorgiou och Lo Snöfall.

new-orleans

J. F. Perriers, γεωλόγος manqué

Οι θησαυροί του: μαύρο, λαμπερό μάτι τουρμαλίνης
σε μήτρα λευκού,

διαμαντένιος σκαρδαμυγμός κρυστάλλων gwindel,
η απόχρωσή τους προπέτασμα καπνού ενός μάγου,

ένα ρόδο αιματίτη, το αστραφτερό βάρος
γωνιωδών ανθοπετάλων,

γρανάτης αιμάτινης στιλπνότητας
μια σκοτεινή φλέβα ανάμεσά μας.

Τα περιστρέφω ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και βλέπω έναν άντρα με τα μάτια μου
που κάνει την αργή αναρρίχηση από το Göschenen στο Airolo
διασχίζοντας το όριο που χωρίζει ποτάμια,
τον υδροκρίτη της γλώσσας.

Πίνει μερικές γουλιές κόκκινο Τιτσίνο στο Ospizio –
τα νεύρα του ισορροπούν, σέρνεται με
τις μπότες του και το αδιάβροχο μάκιντος,
η λάμπα μεταλλωρύχου τρέμει ακόμη στο ένα του χέρι.

Ο cristallier ξετυλίγει την ανεμόσκαλα
και ο προ-προπάππος μου
κατεβαίνει στα τέσσερα από τον βράχο
στην αδιέξοδη ρωγμή –

χώνει συστρέφοντας το κεφάλι και τους ώμους του
στο κοίλωμα των ορυκτών κυνοδόντων. Ο ήχος
του σκαλίσματος στη λάσπη και στο χαλίκι,
και μετά το καλέμι ηχεί χτυπώντας βράχο.

Μια ώρα αργότερα ανεβαίνει πάνω,
οι φαβορίτες του μέσα στην πυκνή σκόνη,
το πρόσωπό του λάμπει. Στο χέρι του
ένας σκονισμένος ακιδωτός σβώλος.

Επιστρέφει στη Γενεύη
με το χειρότερο ραιβόκρανο
που είδε ποτέ ο γιατρός του
και du quartz fumé magnifique.

Στην ξεκολλημένη ετικέτα του δείγματός του γράφει
St Gotthard, 1859.
Ακόμη και τώρα το προσεκτικό του χέρι
γνέφει μέσ’ απ’ το μελάνι σουπιάς στο στενό πέρασμα.

*

Φευγαλέα φούγκα

Βαθυγάλανα μάτια παρακολουθούν τα βήματά σου
πίσω από στόχαστρα. Όλες οι οδικές πινακίδες
προς το πέταλο των καταρρακτών του Fer-à-Cheval
μετρούν την απόσταση ως τη Ρώμη
σε τούτη τη Γαλλία, όπου μια σφυρίχτρα
μαζεύει κυνηγόσκυλα στη φτέρνα της μπότας.

Κρύψου πίσω από τον cascade de la Lyre,
ειδεμή θα σκάψεις τους τάφους μας στον ουρανό
πάνω από την κοιλάδα στο τέλος του κόσμου
στο Bout du Monde.

Σκαρφάλωσε στο Fond de la Combe,
δες τη μέρα που χαράζει
πάνω από το Corne du Chamois. Άσε τον ιερέα
να σε οδηγήσει πάνω στο κενό από ποτάμια καρστικό τοπίο
στη Désert de Platé.

Δεν μπορούμε να δοξάζουμε τον ήλιο πάνω στις κορυφές
με το Birkat Hachamah, αλλά εδώ είμαστε,
η αδελφή μου και γω, εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα.
Δύο shiksa με μια μισοξεχασμένη δόση
Γερμανοεβραίων που επαναλαμβάνουν τους ήχους των βημάτων σου
κατά μήκος της κορυφογραμμής του Sixt
για να ατενίσουν την Ελβετία.

Το πέταγμα των σταχτόξανθων μαλλιών της αδελφής μου.
Τα σταχτιά μαλλιά σου μέσα στις γκρίζες μου τρίχες, πρόγονέ μου Schmidt.

Μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου

 

This entry was posted in Archive. Bookmark the permalink.