Sarah Jackson

John Ahbery, Kenneth Koch, Lo Snöfall, V. Papageorgiou Thessaloniki

Aska

“Qui oserait encore se risquer au poème de la cendre?”
Jacques Derrida

Efter elden är berget förbränt.
Du kan knappt titta på det, bara återspeglat i ögat
på korpen som cirklar ovanför. Sedan lägger sig
en fin grå aska på buskskogen och en ensam nötväcka pickar
efter spindlar i askan. Du vet inte hur du kom hit,
kan inte förstå de två förkolnade trädens märkliga geometri,
som klättrar i det blå. Du trycker öronen mot jorden,
lyssnar efter askans kvarkar, hör ljud, surrandet.
I Cervione band de en kamera på klocktornet
som kunde vrida sig och ta bilder av raseriet. Branden sprider sig som ett hjärta.
Även ordböckerna brinner, och nu detta grå damm,
denna dikt, detta ohörbara rop. Du känner dess värme.
Du hör det väsa. Ta det i munnen. Känn
förbränningen i språket, sättet på vilket det smulas, faller.


Kvarlevor

”…après ma mort, il ne restera plus rien”
Jacques Derrida

1
Idag upptäcker jag att jag kan se genom mina ögonlock.
Du är ringlad över dig själv som om du läser

men det finns ingen bok. Jag väntar, räknar
skogskorneller på gardinen, lyssnar efter telefonen.

Du sitter i bergèren vid mitt huvud
och håller om dina armbågar. Jag luktar på dig: smutsig och söt.

Jag tänker på hur jag kunde ha sagt farväl.
Vi försökte att inte prata om sådana saker.

Du vände dig och ditt heta ansikte var ljust.
Jag såg mig själv speglas i det då jag gick därifrån.

2
Rummet blir kallare. Jag är inte ordnad i en linje.
Snälla, lyft mig från min krokighet.

Vi måste starta om, men det är alltid för sent
och jag är rädd att du inte vet hur man ska börja.

3
Älskling, du överraskar mig: du vänder på, doppar en trasa
i en grund skål, du torkar mina handflator i långsamma cirklar

och vrider mina ringar så att allt ligger i samma riktning.
Detta är vidröring utan att röra,

så som det alltid är. Du är så tyst, ljud glider ner
från taket. Jag är rädd för dig, för din mildhet.

Du säger, ingenting kommer att förbli, och jag hör mina ben
i din röst: Hemma kommer hunden alltid att söka.

Lo Snöfall poster Ashbery Koch

Στάχτη

“Qui oserait encore se risquer au poème de la cendre?”
Jacques Derrida

Μετά την πυρκαγιά το βουνό είναι καψαλισμένο.
Δεν αντέχεις να το βλέπεις, παρά μόνο καθρεφτισμένο στο μάτι
του κορακιού που κάνει κύκλους από πάνω του. Μια λεπτή γκρίζα στάχτη
κατακάθεται έπειτα στα φρύγανα και ένας μοναχικός βραχοτσομπανάκος
σκαλίζει ψάχνοντας αράχνες στις στάχτες. Δεν ξέρεις πώς έφτασες εδώ,
δεν μπορείς να καταλάβεις την παράξενη γεωμετρία δυο απανθρακωμένων δέντρων
που αναρριχώνται στο γαλάζιο. Ακουμπάς τα αφτιά σου στη γη,
προσπαθείς να αφουγκραστείς τα κουάρκ της τέφρας, ακούς ήχους, το βουητό.
Στη Cervione πρόσδεσαν μια κάμερα στο καμπαναριό
για να περιστρέφεται και να παίρνει εικόνες του κακού. Η φωτιά ξαπλώνεται σαν καρδιά.
Ακόμη και τα λεξικά φλέγονται και αυτή η γκρίζα σκόνη τώρα,
αυτό το ποίημα, αυτό το ανάκουστο κάλεσμα. Αισθάνεσαι την κάψα του.
Ακούς τον συριγμό. Παρ’ τον στο στόμα σου. Νιώσε
το κάψιμο μέσα στη γλώσσα, τον τρόπο που θρυμματίζεται, που πέφτει.


Λείψανα

“…après ma mort, il ne restera plus rien”
Jacques Derrida

1
Σήμερα ανακαλύπτω ότι μπορώ να δω μέσα από τα βλέφαρά μου.
Είσαι κουλουριασμένος πάνω από τον εαυτό σου σαν να διαβάζεις

αλλά δεν υπάρχει κανένα βιβλίο. Περιμένω, μετρώντας τις κρανιές
πάνω στην κουρτίνα, έχοντας στον νου μου το τηλέφωνο.

Κάθεσαι σε μια μπερζέρα δίπλα στο κεφάλι μου
κρατώντας τους αγκώνες σου. Σε μυρίζω: βρόμικος και γλυκός.

Σκέφτομαι τον τρόπο που θα μπορούσα να πω αντίο.
Προσπαθούσαμε να μη μιλάμε για τέτοια πράγματα.

Γύρισες και το αναμμένο πρόσωπό σου ήταν φωτεινό.
Είδα το είδωλό μου εκεί καθώς έφευγα.

2
Το δωμάτιο γίνεται όλο και πιο κρύο. Δεν είμαι τακτοποιημένη σε μια γραμμή.
Βγάλε με, σε παρακαλώ, από τη στρέβλωσή μου.

Πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή, αλλά είναι πολύ αργά πάντα
και φοβάμαι ότι δεν ξέρεις πώς να αρχίσεις.

3
Αγάπη μου, με εκπλήσσεις: γυρίζεις, βυθίζεις ένα πανί
σε ένα ρηχό μπολ, σκουπίζεις τις παλάμες μου με αργή κυκλική κίνηση

και στρίβεις τα δαχτυλίδια μου, ώστε όλα να βλέπουν
προς μια μεριά. Αυτό είναι άγγιγμα δίχως να αγγίζεις,

όπως είναι πάντα. Είσαι τόσο ήσυχος, ήχοι γλιστρούν
από το ταβάνι. Σε φοβάμαι, φοβάμαι την αβρότητά σου.

Λες, τίποτε δεν θα απομείνει, και ακούω τα κόκαλά μου
στη φωνή σου: Στο σπίτι ο σκύλος πάντα θα ψάχνει.

Pelt, 2013. Translation Vasilis Papageorgiou*.

This entry was posted in Archive, Translations. Bookmark the permalink.