Βασίλης Παπαγεωργίου

Σοβαρός μονόλογος ενός δραματουργού

Θέλω να είμαι εδώ, μπροστά σου για να δεχτώ τη ματιά σου και τις λέξεις σου, θέλω να πάρω τα χέρια σου στα δικά μου, θέλω να μπω μέσα σου, να παραμείνω μέσα σου. Ωστόσο δεν θέλω καθόλου να είμαι εδώ.

Όχι (λυπάμαι πολύ για την άρνηση αυτή), καλύτερα να πω ότι θέλω να είμαι εκεί έξω, επίσης, έξω από σένα, λίγο πιο μακριά από εσένα, όπου μπορώ να βλέπω κι εσένα και οτιδήποτε βρίσκεται έξω από εσένα κι εμένα, καθώς μπαίνει και βγαίνει από μέσα μας. Πάνω από όλα όμως εδώ. Τούτο είναι τη στιγμή αυτή ένα πλήρες εδώ.

Μπορώ να είμαι εδώ και ωστόσο δεν μπορώ να είμαι εδώ. Κάτι με τραβά μακριά από εσένα, όχι τραβά, φέρεται σαν να μου επιτρέπει να πάω προς ένα απώτερο όριο που ποτέ δεν είναι εκεί. Είμαι πάντα εδώ. Ένα τεράστιο εδώ, πάντα μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Και εδώ θέλω να κάνω μια εξαιρετικά αποκαλυπτική συζήτηση μαζί σου που θα κάνει κι εμένα κι εσένα να αισθανθούμε ότι είμαστε εδώ και ότι αυτό σημαίνει κάτι,

ότι σημαίνει τα πάντα.

Θέλω να είμαι εδώ, όπως μετά από μια ελληνική τραγωδία, και συγχρόνως δεν θέλω να είμαι εδώ, όπως μετά από μια ελληνική τραγωδία. Θέλω να είμαι εδώ όπως μετά από μια μη ελληνική τραγωδία, μια αντεστραμμένη τραγωδία, και συγχρόνως δεν θέλω να είμαι εδώ, όπως μετά από μια μη ελληνική τραγωδία, μια αντεστραμμένη τραγωδία.

Θέλω να είμαι εδώ για να πω ναι, αλλά δεν θέλω να είμαι εδώ για να μπορώ να πω ναι. Αυτό το ναι είναι πολύ μεγαλύτερο από εμένα και ακατάπαυστα κατευθύνεται κάπου. Θέλω να μπορώ να το ακολουθώ, να είμαι μαζί του παντού. Θέλω να κάνω μια πραγματικά εξαντλητική, μια ατέλειωτη συζήτηση με αυτούς που ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται και εμένα και τούτο το εδώ.

Και ενώ είμαι ακατάπαυστα εδώ ή σαν ημερονύχτιος δρομέας σου ακατάπαυστα τρέχω προς εσένα με νέα για την έκβαση των συγκρούσεων, ζω επίσης τη δική μου ζωή που δεν έχει πάντα σχέση με τη δική σου, ζω μια ζωή πέραν της δικής σου και πέραν των συγκρούσεων, μια ζωή που ούτε εσύ ούτε εγώ μπορούμε να πλησιάσουμε.

Τρέχω προς εσένα και συγχρόνως κολυμπώ σε μια θάλασσα, τα κύματα της οποίας είναι ανακατεμένα με άγνωστα σώματα και άγνωστες λέξεις. Θέλω να επιστρέψω στις λέξεις, σε μια ψηλαφητή λεξικότητα, μια λεκτική σαρκικότητα. Και θέλω να κάνω μια σοβαρή συζήτηση εδώ στη σκιά και την ησυχία του μικρού μου κήπου με όποιον δεν φοβάται τις λέξεις και τα σώματα που πλησιάζουν μέσα από ένα άγνωστο βάθος.

Θέλω επίσης να κάνω μια σοβαρή συζήτηση με αυτόν που φοβάται τούτες τις λέξεις και τούτο το σώμα ή αγνοεί την ύπαρξή τους. Θέλω να έχω τη δυνατότητα να καθίσω απέναντι σ’ αυτόν που μπορεί και θέλει ν’ ακούσει και σ’ αυτόν που ούτε μπορεί ούτε θέλει, που δεν γνωρίζει πώς μπορεί κανείς και πώς θέλει, που ούτε καν στον ύπνο του πια δεν τρομάζει από αυτά που πλήττουν σε άλλους ανθρώπους.

Θέλω να μιλήσω μαζί σου, αν βέβαια μου το επιτρέπεις, θέλω να μιλήσω μαζί σου τώρα που τυχαίνει παρ’ όλα αυτά να βρίσκεσαι για μερικές στιγμές απέναντί μου και κάτι στο πρόσωπό μου σου είναι αρεστό, κάτι αβυσσώδες και συγχρόνως ευχάριστα παρόν, όπως μου δίνεις να καταλάβω.

Τι ήθελα όμως; Να δεις ότι οι λέξεις έχουν ένα σώμα που μπορείς να το πάρεις στα χέρια σου. Ότι το σώμα είναι μια στηρικτική αφαίρεση, ένας στοχασμός που μπορείς να τον σφίξεις πάνω στο δικό σου σώμα, αν θέλεις. Θέλω να δεις πώς τούτο το σώμα, τούτη η αφαίρεση, φέρουν μέσα τους το τώρα, το οποίο περιλαμβάνει εσένα κι έμενα και τη συζήτησή μας.

Θέλω να σε φοβίσουν οι λέξεις, να σε τρομάξει αυτό που υπόσχονται και αυτό που κρύβουν, η παροδικότητα και η συμπαγής παρουσία τους. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά, όχι εγώ πάντως. Δεν χρειάζεται να δείξουμε τα σώματά μας ο ένας στον άλλο, μόνο να τα αφήσουμε να αισθανθούν τη σωματικότητά τους ή να κάνουν τις λέξεις σάρκινες. Σώματα που μιλούν σχεδόν δίχως να κουνιούνται, λέξεις που δονούνται χωρίς ν’ απαιτούν συμφραζόμενα. Λέξεις που μας δέχονται μέσα τους, που μας κάνουν να ανοίξουμε τα σώματά μας, σώματα που δεν εκβάλλουν στο δέρμα, που κάνουν τις λέξεις να φανερώσουν τα ανεξιχνίαστα σωθικά τους.

Άφησέ με να κάνω μια ειλικρινή συζήτηση μαζί σου, μια συζήτηση που μεταμορφώνεται σε βαρύ χρόνο, που κάνει τις λέξεις και τα σώματα θνητά και πάλι, στιγμιαία, ασήμαντα. Θέλω να κάνω μια σοβαρή συζήτηση για το εξ ολοκλήρου ασόβαρο, αυτό που μου επιτρέπει να είμαι εδώ ακριβώς τώρα. Θέλω να αισθανθώ τούτο το εδώ και τούτο το τώρα, μαζί μ’ εσένα. Ένα εδώ και ένα τώρα, και ένα εσύ κι εγώ που δεν τελειώνουν ποτέ.

Θέλω την εμπειρία της σοβαρής απειρίας στις λέξεις και στα σώματα μέσα στο συμπαγές άπειρο και απείρως συμπαγές εδώ και τώρα. Δώσε μου το σώμα σου και τις λέξεις σου και πάρε τις δικές μου λέξεις και το δικό μου σώμα, με τρόπο που το μόνο που μένει μετά τη συναλλαγή μας να είναι το απλωμένο (ή αιωρούμενο ) σώμα της γενναιοδωρίας.

Λέξεις και σώματα σημαδεμένα από μια τραγική συνείδηση η οποία είτε αναπαύεται είτε στέκει και κοιτάζει ανήσυχη προς τον ορίζοντα. Το τραγικό σε μια μη τραγική, αιωρούμενη παρουσία, η έντονη μνήμη ενός γεγονότος που δεν συνέβη ποτέ, ένα είδος αγρύπνιας, μια υπερευαισθησία για οτιδήποτε προσκομίζει όρια, που τρέφεται από τη δύναμη και την αδυναμία, που αποφεύγει τη σοβαρή συζήτηση.

Η τραγική αίσθηση της αβύσσου στις λέξεις και στα σώματα. Η αίσθηση της αβύσσου στην απεραντοσύνη που τα περιζώνει. Η ελευθερία των λέξεων επί σκηνής να αποκτήσουν σώμα ανοιχτό, η ελευθερία των σωμάτων να κατακλύσουν τη σκηνή με ανοιχτές λέξεις σε μια έντονη όσο και ήρεμη παρουσία που μυρίζει δράμα και τραγικότητα, σκόνη και σκοτάδι, σώματα που κάθονται εντελώς ακίνητα στο μισοσκόταδο, φθαρμένες σανίδες και παλιούς προβολείς, αφοσίωση και απρόσμενη μοναξιά.

Το να μπορείς να εισχωρήσεις στις λέξεις και στα σώματα, ν’ ανοιχτείς διάπλατα, να έχεις διαρκώς την άβυσσο μέσα σου και πίσω σου και μπροστά σου, να την καταφάσκεις. Την καταφάσκω εξάλλου εδώ και τώρα, καθώς μιλώ μαζί σου και εσύ μαζί μου. Σίγουρα μιλάς μαζί μου.

Κάνουμε μια τραγική συζήτηση, η οποία προσφέρει την απεραντοσύνη που μπορεί να υποδεχτεί αυτούς που πλήττονται από μας, από τις λέξεις και τα σώματά μας, που πεθαίνουν σε σφραγισμένα αμπάρια, σε ναρκοπέδια, πάνω σε απόκρημνα βράχια, σε χαλασμένους δρόμους, στην έρημο, στο όνομα της δικαιοσύνης, που με απάθεια διασχίζουν τους ίδιους πάντα διαδρόμους.

Μια απαιτητική παρουσία, όσο απαιτητική και η συζήτησή μας. Ένα σώμα που μπορεί να σε πλησιάσει, να μπει μέσα σου, λέξεις που σε φέρνουν σ’ ένα ανοιχτό εδώ και ένα ανοιχτό τώρα.

Αυτά σκέφτομαι, αλλά ας ξεχάσουμε τις λέξεις και τα σώματα, ας ξεχάσουμε την παρουσία και την απεραντοσύνη, και ας σταθούμε μόνο εδώ πάνω στη σκηνή. Ας σταθούμε εδώ μόνο σαν να βρισκόμαστε σε κάποια αρχή ή σε κάποια μέση. Ας αφήσουμε αυτούς στην άλλη μεριά να μας βλέπουν. Ας προαισθανθούν ότι μπορούμε να προσφέρουμε μια σοβαρή συζήτηση. Δεν χρειάζεται να την κάνουμε. Μπορούμε βέβαια πάντα να την έχουμε κάνει. Ας σταθούμε λοιπόν τώρα εδώ στο μισοσκόταδο κι ας δείξουμε τη γυμνότητά μας ο ένας στον άλλο και στην τραγική κατάσταση του τραγικού που δεν είναι σε θέση να υπερβεί την κατάφαση, το γυμνό ναι.

Vasilis Papageorgiou

En dramatikers allvarliga monolog

vp.jpg

Vasilis Papageorgiou av Lo Snöfall, publicerad i Kriptesthisies, volymen med korta dramer från 1979.

(Texten skrevs 2002 och skulle ingå i volymen Teater-liv: utkast till en teaterkonst, utgiven av Ulf Peter Hallberg. Jag valde att inte lämna den ifrån mig då. Den publiceras för första gången här.)

Jag vill vara här framför dig och bemöta din blick och dina ord, jag vill ta dina händer i mina, vill komma in i dig, vara inne i dig. Men egentligen vill jag inte vara här.

Nej (jag är mycket ledsen för denna negation), jag säger snarare att jag vill vara där ute, också, utanför dig, lite längre bort från dig, där jag kan se både dig och det som är utanför dig och mig, på väg in i och ut ur oss. Men framförallt här. Detta är just nu ett fullständigt här.

Jag kan vara här men jag kan inte vara här. Något drar mig bort från dig, nej inte drar, det uppför sig som om det låter mig gå mot en bortre gräns som aldrig är där. Jag är ju här. Ett ofantligt här, alltid större än sig självt. Och här vill jag ha en riktigt avslöjande diskussion med dig, som ska få dig och mig att känna att du och jag är här och att detta betyder något,

att det betyder allt.

Jag vill vara här, som efter en grekisk tragedi, och samtidigt vill jag inte vara här, som efter en grekisk tragedi. Jag vill vara här som efter en icke grekisk tragedi, en omvänd tragedi, och samtidigt vill jag inte vara här som efter en icke grekisk tragedi, en omvänd tragedi.

Jag vill vara här för att säga ja men jag vill inte vara här för att kunna säga ja. Detta ja är så mycket större än jag är och ständigt på väg någonstans. Jag vill kunna följa det, vara med det överallt. Jag vill ha en riktigt uttömmande, en oändlig diskussion med dem som påstår att de försvarar mig och detta här.

Och medan jag hela tiden är här eller som din dagochnattlöpare hela tiden på väg till dig med nyheterna om konflikternas utgång lever jag också mitt eget liv som inte alltid har med ditt att göra, lever ett liv bortom dig och bortom konflikterna, ett liv som varken du eller jag kan komma närmare på.

Jag springer till dig och samtidigt badar jag i ett hav, vars vågor är blandade med okända kroppar och ord. Jag vill komma tillbaka till orden, in i en taktil ordlighet, en kroppslig ordmassa. Och jag vill ha en allvarlig diskussion här i skuggan och i lugnet i min lilla trädgård med den som inte är rädd för orden och kroppen, vilka närmar sig från ett okänt djup.

Jag vill också ha en allvarlig diskussion med den som är rädd för dessa ord och denna kropp eller som är ovetande om att de finns. Jag vill få möjligheten att sitta mitt emot den som kan och vill lyssna och den som varken kan eller vill, som inte vet hur man kan och vill lyssna, som inte ens i drömmen längre blir skrämd av det som drabbar andra människor.

Jag vill tala med dig, om du bara låter mig göra det, jag vill prata med dig nu när du trots allt för några ögonblick råkar sitta mitt emot mig och något i mitt ansikte tilltalar dig, något avgrundsaktigt och samtidigt behagligt närvarande, så som du får mig förstå.

Vad var det jag ville? Att du ska se hur orden har en kropp som du kan ta i dina händer. Hur kroppen är en bärande abstraktion, en begrundan som du kan trycka mot din egen kropp, om du vill. Jag vill att du ska se hur denna kropp, denna abstraktion, bär i sig nuet, inklusive dig och mig och vårt samtal.

Jag vill att du ska bli rädd av orden, verkligen rädd av det som de utlovar och av det som de döljer, av deras flyktighet och kompakta närvaro. Vi behöver inte säga mycket, inte jag i alla fall. Vi behöver inte visa våra kroppar för varandra, bara låta dem känna av sin kroppslighet eller göra orden köttiga. Kroppar som talar utan att röra sig nämnvärt, ord som pulserar utan att vi sätter dem i ett sammanhang. Ord som tar emot oss, som får oss att öppna våra kroppar, kroppar som inte mynnar ut i huden, som får orden att visa sina outgrundliga innandömen.

Låt mig ha en uppriktig diskussion med dig, en som blir till tung tid, som gör orden och kroppen dödliga igen, ögonblickliga, obetydliga. Jag vill ha en allvarlig diskussion om det riktigt oallvarliga, det som låter mig vara här alldeles nu. Jag vill känna av detta här och detta nu, tillsammans med dig. Ett här och nu, och ett du och jag som aldrig tar slut.

Jag vill uppleva den allvarliga öppenheten i orden och kroppen i det kompakt oändliga och oändligt kompakta här och nu. Ge mig din kropp och dina ord och ta mina, gör det så att det efter vår utväxling finns bara generositetens utsträckta (eller gungande) kropp kvar.

Ord och kroppar märkta av en tragisk medvetenhet som vilar upp sig eller står och oroligt tittar bort mot horisonten. Det tragiska i en otragisk, gungande närvaro, det starka minnet av en händelse som aldrig ägt rum, som en vaksamhet, en överkänslighet mot allt som bär med sig gränser, som när sig av makten och maktlösheten, som undviker den allvarliga diskussionen.

Den tragiska avgrundsförnimmelsen i orden och i kroppen. Avgrundsförnimmelsen i öppenheten som omger dem. Att låta orden på scenen få en öppen kropp, låta kroppen välla fram öppna ord i en lika intensiv som avspänd närvaro som luktar drama och tragik, damm och mörker, kroppar som sitter helt stilla i halvmörkret, slitna plankor och gamla strålkastare, hängivenhet och oväntad ensamhet.

Att kunna komma in i orden och i kroppen, att kunna öppna sig. Att ständigt ha avgrunden inom, bakom och framför sig. Att bejaka det. Förresten, jag bejakar det här och nu medan jag pratar med dig, du pratar med mig, visst gör du det.

Vi har en tragisk diskussion som erbjuder en öppenhet som kan ta emot de som drabbas av oss, av våra ord och våra kroppar, som dör i slutna lastrum, i minerade fält, mot branta klippor, på slitna gator, i öknen, i rättvisans namn, som apatiskt går genom de alltid samma korridorerna.

En krävande närvaro, lika krävande som vårt samtal. En kropp som kan närma sig dig, komma in i dig, ord som tar dig till ett öppet här och ett öppet nu.

Detta tänker jag, men låt oss glömma orden och kroppen, låt oss glömma närvaron och öppenheten och låt oss stå här på scenen bara. Låt oss bara stå här som i början av något eller mitt i något. Låt dem där på andra sidan se på oss. Låt dem ana att vi kan erbjuda en allvarlig diskussion. Vi behöver inte ha den. Vi kan väl alltid ha haft den. Så låt oss nu stå här i halvmörkret och visa vår nakenhet för varandra och för det tragiskas tragiska belägenhet att inte kunna överskrida bejakelsen, det nakna ja.

Περιθωριακές σημειώσεις δραματικού αναγνώστη του έργου του Δημήτρη Δημητριάδη Διαδικασίες διακανονισμού διαφορών.

Ο τίτλος παρωδεί. Τι όμως; Πέρα από τον εαυτό του, εννοείται. Υπερακριβής, πομπώδης, εξεζητημένος. Πού θα βγάλει αυτή η ειρωνεία; Τρεις λέξεις. Ένα τρίγωνο. Όλες αρχίζουν μ’ ένα τρίγωνο. Ήδη πέντε τρίγωνα στην αρχή, μαζί με αυτά στο όνομα του ΔΔ.

Τρία πρόσωπα. Το τρίγωνο προς την ολοκλήρωση της μορφή του. Μικρά, δισύλλαβα ονόματα. Παραπέμπουν σε γρήγορους ρυθμούς; Απειλητικούς, όπως στον Πίντερ, όπου μονοσύλλαβα και δισύλλαβα ονόματα είναι σημαντικό μέρος της τεταμένης δραματικής οικονομίας και του απότομου ρυθμού των έργων;

1η σκηνή. Παθολογικές σχέσεις. Φόβος και πάθος και «τρελή αγάπη». Το τρίγωνο αρχίζει δράση. Όπως και η παρωδία: «Έρωτας και φόβος πάνε μαζί.» Κάτι περισσότερο από παρωδία. Το ευτελές, το κιτς σε δράση. Μας περιμένουν υστερικές σκηνές; Εντελώς κωμικές;

2η σκηνή. Η οξύτητα των άκρων σε δράση: «Δεν έχω ξαναδεί πιο άσχημη γυναίκα», «Ποτέ δεν έχω δει τόση περιφρόνηση σ’ ένα βλέμμα.» Η γνώριμη ρητορική, αισθητική και κυρίως υπαρξιακή διάσταση του ΔΔ. Μάλλον υστερικές σκηνές παρά κωμικές θ’ ακολουθήσουν.

3η σκηνή. Η Μόνα είναι η καλή. Θα παραμείνει έτσι σ’ όλο το έργο ή θα αλλάξει. Και πώς; Ποιος είναι ο κακός στο τρίγωνο; Ο άσχημος ή ωραίος;

4η σκηνή. Ενδιαφέρουσα δραματουργική κίνηση. Για ποια μηχανή όμως μιλά η Λίνα; Τι ρόλο παίζει η σκηνή αυτή; Τι αποκαλύπτει για τη Λίνα και την παρουσία της στο δραματικό τρίγωνο; Η Λίνα λέει τα δικά της, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Η σκηνή ένα παράθυρο στη δράση του τριγώνου, ένα κενό στις σχέσεις των τριών πλευρών του. Ένα κενό που ωστόσο λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος, παρά σαν ρήγμα.

5η σκηνή. Τα άκρα με τη μορφή κοινοτοπίας: «Αγαπιόμαστε και θ’ αγαπιόμαστε για πάντα.» Προς το τετριμμένο ρομάντσο. Παρωδία σαπουνόπερας;

6η σκηνή. Η παρωδία σαπουνόπερας σε δράση: «Σε θεωρεί άνθρωπο με τρομαχτική δύναμη.» Αλλά και εμφάνιση της ποίησης στο δραματικό εδώ και τώρα: ο ρόλος του βλέμματος και τα ποιητικά του συμφραζόμενα. Τα άκρα συνεχίζουν τη δράση τους. Σίγουρο πια μέρος της δραματικής οικονομίας: «Αυτό που είδα στον Τόνυ απ’ την πρώτη στιγμή δεν ήταν αυτό ή εκείνο. Ήταν όλα.» Εδώ και η πιο καθαρή σύγκρουση δυο δυνάμεων, μέσω τρίτης. Η Μόνα είναι η υποτείνουσα; Η βάση που σχεδόν αγνοείται; Θα αντιδράσει η Μόνα;

7η σκηνή. Ο Τόνυ δείχνει το εγώ του. Αβέβαιο, ανασφαλές, φυσικά. Το τρίγωνο φανερώνει τη δράση του. Και η δράση περνά στη λειτουργική περιγραφή δράσης. Γνώριμο αισθητικό σημείο στον ΔΔ.

8η σκηνή. Το τρίγωνο τρίζει. Το κοινότοπο κάνει ανοίγματα προς το τραγικό. Στον νου μου έρχονται εικόνες από reality show, από τα Φτερά μπεκάτσας του Βαλτινού, από διαλόγους του David Hare, όπου τίποτε δεν φαίνεται να συμβαίνει έξω από τον κόσμο του κειμένου ή ανάμεσα στις γραμμές του. Μια απρόσμενα σκληρή και ρεαλιστική σύμφραση: «Εκτός κι αν δεν κοιτάς ποτέ μέσα σου. Όπως κοιτάς τους άλλους.» Ακολουθεί η κακία του κοινότοπου: «Μη φαντάζεσαι όμως ότι οι άλλοι δεν βλέπουν βαθιά.»

9η σκηνή. Η κρίση ανάμεσα στη Μόνα και τον Τόνυ αναμενόμενη, αλλά έρχεται απότομα. Πολύ απότομα, μάλιστα. Η σχέση της πραγματικότητας με τη φαντασίωση γίνεται πιο εμφανής. Παραπομπή στον Όσκαρ Ουάιλντ: «Σκοτώνεις τα αισθήματα που έχω για σένα.» Και σε άπειρες σαπουνόπερες: «Δεν αντέχω την ζωή χωρίς εσένα.» Και στο λαϊκό φινάλε των Ολυμπιακών αγώνων.

10η σκηνή. Η Λίνα γίνεται όλο και περισσότερο κάτι σαν Κασσάνδρα. Μιλά για «κάτι κακό» που την τρομάζει. Στη φαντασίωση του έργου αυτό πείθει και δεν πείθει εξίσου. Ο κόσμος της Λίνας είναι διπλός. Ούτως ή άλλως. Αλλά σίγουρα κάτι εννοεί απ’ αυτά που λέει για το βλέμμα της: «Εκείνη την μέρα, αυτό τον έκανε να φύγει και μετά να ξεράσει στον δρόμο. Κατάλαβε τι είδα μέσα του.» Θα τη δολοφονήσουν κι αυτή;

11η σκηνή. Ο Τόνυ κρατά σε ένταση την τριγωνικότητα του τριγώνου. Η ανασφάλειά του παίρνει για λίγο τη μορφή της ασφάλειας. Ο Τόνυ δείχνει αυτογνωσία. Δηλαδή ναρκισσισμό. Τι τρέλα θα δείξει όμως η Λίνα; Και πόσο τρελή θα είναι αυτή η τρέλα; Θα βγει και έξω απ’ το τρίγωνο;

12η σκηνή. Η τριγωνικότητα αγγίζει ένα κρίσιμο όριο. Μόνα: «Έπεσα στο κρεβάτι, για να μην ξανασηκωθώ.» Η Μόνα υποτείνουσα, «ταπεινωμένη», απαθής.

13η σκηνή. Η πιο κρίσιμη, μέχρι στιγμής, στιγμή του τριγωνισμού. Η Λίνα δεν κρατιέται άλλο. Εκδηλώνεται ανοιχτά, αλλά η Μόνα δεν ξέρει τίποτε μέχρι τώρα. Η κρίση δεν είναι και τόσο κρίσιμη ακόμη.

14η σκηνή. Πόσα ξέρει η Μόνα; Μάλλον τίποτε. Ούτε καν υποψιάζεται κάτι. Ο Τόνυ υπογραμμίζει το μικρό εγώ του και τη φαντασμένη αντίληψη που έχει για τον εαυτό του, καθώς, μεταξύ άλλων, τον παρουσιάζει και σαν θύμα. Τα άκρα και το μελόδραμα, η ενδοχώρα μιας κιτς απελπισίας.

15η σκηνή. Η αισθητική των άκρων και του κιτς: «Τρυφερός, διεγερτικός, άγριος, σκληρός, ακραίος, γλυκός, δυνατός, ανεξάντλητος, γενναιόδωρος.» Η γνώριμη δημητριάδεια υπερβολή, η λαγνεία της ξέχειλης έκφρασης. Τα λέει η Μόνα αυτά, η υποτείνουσα που ακόμη έχει άγνοια του τι συμβαίνει. Κλασική στιγμή. Το τρίγωνο δεν έχει ακόμη εκραγεί, είναι ακόμη τρίγωνο. Κουβέντα για reality show: Έχει σημασία να μιλάμε για τρίγωνο, όταν πια δεν διατρέχουν μυστικά και ίντριγκες την τριγωνικότητά του;

16η σκηνή. Στροφή προς την καταστροφή. Και τη διαστροφή μήπως; Το σαπουνόδραμα αρχίζει να γίνεται ανυπόφορο.

17η σκηνή. Η Μόνα κρατά το δράμα σε μια σεμνή, ψυχολογικά αξιόπιστη διάσταση στον κατήφορο που τώρα γίνεται όλο και πιο απότομος. Μιλά για «διαστροφή». Των λόγων.

18η σκηνή. Να και η καταστροφή και η ηθική διαστροφή, μπορούσαμε να το φανταστούμε, έρχεται όμως απότομα: «Θέλω να τους σκοτώσω.» Το λέει η Λίνα, όχι η Μόνα. Και η Λίνα υπογραμμίζει τη διαστροφή: «…κάτι γίνεται μέσα μου. Κάτι ωραίο.» Υπογραμμίζει και το άρρωστο εγώ της, όπως ο Τόνυ: «Θα τους σκοτώσω και μετά θα είμαι εγώ.»

19η σκηνή. Ο κατήφορος συνεχίζεται. Και η πνιγερή παρουσία του εγώ, του Τόνυ τώρα. Θα κάνει του κεφαλιού του, θα προστατεύσει τον επίκεντρο, όπως νομίζει, «εαυτό» του.

20η σκηνή. Η καλόπιστη Μόνα δείχνει την καλοσύνη και την πίστη της στον Τόνυ και τη Λίνα. Και την άγνοιά της.

21η σκηνή. Η Λίνα δεν αντέχει άλλο και μιλά για τέλος. Να φτάσει σ’ ένα τέλος: «Μόνο το τέλος αντέχω.» Και πράγματι, φαίνεται ότι η τριγωνική ένταση έφτασε σ’ ένα κάποιο τέλος. Θα είναι οριστικό; Θα παίξει ρόλο ο θάνατος; Η διάλυση του τριγώνου; Τι θα γίνει με το ίδιο το δραματικό έργο; Τι τροπή θα πάρει; Το κείμενο έχει ήδη άλλη μορφή, άλλο ρυθμό, άλλη δομή στη σελίδα. Μονωδία, ποίημα, χορικό.

22η σκηνή. Η υστερία, το μελόδραμα, το σαπουνοκίτς, η ψευδοανάλυση, το πλαστικό εγώ του Τόνυ, η γνήσια κακία του, οι παραπομπές του σε ψευτολαϊκά τραγούδια («Θα πεθάνουν από πόθο»), όλα καταλήγουν στο αστείο : «Αλλά πριν θα τις τρελάνω εντελώς.» Θα είναι φάρσα η συνέχεια;

23η – 28η σκηνή. Η όποια δράση υποχωρεί, η ποίηση καλύπτει κάθε ίχνος ρεαλισμού. Η μονωδία και η τελετουργική εξύψωση κάνουν την υστερία πιο εμφανή. Η Λίνα κραυγάζει σε απόγνωση. Η Μόνα δείχνει ακόμη πιο σκοτεινή την απελπισία της και μας λέει ότι ούρλιαξε, είναι κουρασμένη, η υποτείνουσα που αποζητά τον ύπνο μόνο. Ο Τόνυ ασχολείται με το εγώ του, ηρωικό πάντα στα μάτια του.

29η σκηνή. Η φαντασίωση επιβάλλει τις άπειρες δυνατότητές της πάνω από τη θολή επιφάνεια του τριγώνου και το ατέρμονο τέλος της κρίσης του. Η Μόνα δήθεν εκπλήσσει με τη βίαιη φαντασία της, τα απωθημένα της υποτείνουσας βράζουν εγκληματικά, το υπό θέλει να είναι επί. Το ψευδοτελετουργικό και ψευδομακάβριο παίρνουν τέτοιες διαστάσεις που ξεχνά κανείς τη ψευδότητά τους. Αποκτούν τη δική τους, δημητριάδεια πραγματικότητα.

30η σκηνή. Πάμε πίσω στον χρόνο, πράγμα που η φαντασίωση επιτρέπει χωρίς να μας ξενίζει. Μέσα στην ονειρική και αόριστη ατμόσφαιρα συγκεκριμένες και ρεαλιστικές περιγραφές ρούχων. Ωραίο και απρόσμενο κοντράστ, γνώριμο από άλλα κείμενα του ΔΔ. Το τελετουργικό παίρνει ψευδορομαντικές διαστάσεις, στον νου μου έρχεται η Πενθεσίλεια του Κλάιστ. Και ψευδοδιεστραμμένες διαστάσεις.

32η σκηνή – 40η σκηνή. Το τρίγωνο γίνεται ένα κουβάρι για πρώτη φορά. Φαντασιακό βέβαια. Αλλά τι σημασία έχει πια; Έχουμε ήδη περάσει στη λαϊκή τέχνη του Χόλιγουντ. Όλα είναι δυνατά, όλα τα απωθημένα μπορούν να βγουν στο φως, όλες οι επιθυμίες μπορούν να εκπληρωθούν. Πού τελειώνει η παρωδία; Και ενώ τη σκηνή της Μόνας, την 29η, θα μπορούσε να τη φανταστεί κανείς σε αργή κίνηση, τις σκηνές αυτές μπορεί να τις φανταστεί σε γρήγορη κίνηση και μάλιστα κινουμένων σχεδίων.

41η σκηνή. Η Μόνα δείχνει την κωμική της πλευρά: «Όχι τόσο πολύ. Πολύ το κοιτάς. Μη τόσο πολύ.» Ο Τόνυ τη χαζή του πλευρά: «Εσείς δεν είστε σαν αυτό.» Το πιστόλι, που το κοιτά, όπως δεν κοιτά κανέναν. Η ψευδοποίηση, η ψευδοαγωνία, η ψευδοκλασικιστική αφήγηση, το ψευδοπαράλογο, ο ψευδοKoltès (το πιστόλι στη μοναξιά των κάμπων). Και μετά λίγο pulp fiction, λίγο Tony Soprano, ο ψυχομπερδεμένος, εγωαρρωστημένος δολοφόνος. Λίγο Αγγελόπουλος (η Μόνα και φυγή της) και λίγο Μπέκετ (τέλος του παιχνιδιού). Στο μεταξύ πού πάει η Λίνα, όταν βγαίνει για λίγο; Όταν επιστρέφει όμως γελοιοποιεί ακόμη και το σαπουνοπερατικό στοιχείο του τριγώνου. Μια ψευδότητα από αναφορές, ένας βάλτος από τεχνοτροπίες. Και όλη η τελευταία σκηνή ένα τέλος ατέλειωτο και βουλιαγμένο σε ανθρώπινα έλη. Το τρίγωνο έχει βουλιάξει σε θολά και μολυσμένα νερά. Κι εκεί κάτω δεν ξεχωρίζει η πραγματικότητα από τη φαντασίωση, οι πράξεις από τις επιθυμίες, το καλό από το κακό, η ζωή από τον θάνατο. Το τρίγωνο έγινε ένα κουβάρι και μετά μια ακίνητη ευθεία, θολή και κατακαθισμένη όπως ο πάτος του βούρκου. Καμιά διαδικασία, κανένας διακανονισμός, καμιά διαφορά.

Βασίλης Παπαγεωργίου