Επανεπίσκεψη: Ο οφθαλμοκεντρικός λόγος και η αμαύρωσή του

Ο οφθαλμοκεντρικός λόγος και η αμαύρωσή του
Martin Jay, Downcast Eyes: The Denigration of Vision in Twentieth – Century French Thought [Χαμηλωμένα μάτια: Η αμαύρωση της όρασης στη γαλλική σκέψη του εικοστού αιώνα], University of California Press 1993, 643 σελ.
Εντευκτήριο 27, Καλοκαίρι 1994.

Το ότι η σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία, λογοτεχνία και τέχνη, με ονόματα όπως Marcel Duchamp, Emmanuel Levinas, Michel Foucault, Maurice Blanchot, Jacques Derrida, δεν μπορεί να παρακαμφθεί απ’ αυτόν που πράγματι επιθυμεί να μελετήσει την εξέλιξη της δυτικής σκέψης αποτελεί αναπόδραστη διαπίστωση. Αποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξη αυτή υπήρξε το ότι συγγραφείς όπως ο Μπλανσό και ο Ντεριντά, μεταξύ άλλων, την οδήγησαν στα απώτατα όριά της, όπου μια αυτοστοχαστική δραστηριότητα είχε ως σκοπό την απομάκρυνση του μύθου περί ορίων, την αφαίρεση από το εγώ και τη στόχαση κάθε προνομίου, την απαλλαγή του λόγου από την πρώτη και την τελευταία λέξη.

Στη δυτική σκέψη, από τον καιρό της μετασωκρατικής φιλοσοφίας, ο λόγος δεν ελάμβανε πάντα υπόψη ότι ο κόσμος έχει και μια αθέατη πλευρά. Εμπιστευόταν τυφλά τα μάτια του ως το μόνο μέσον για την απόκτηση γνώσης. Όταν ο λόγος ήθελε να εξετάσει κάτι, το ακινητοποιούσε, το εξέθετε στο οπτικό πεδίο και στο φως, το επιθεωρούσε από συγκεκριμένη σκοπιά και κάλυπτε τη θωριά του με θεωρία.

Ο ιστορικός Μάρτιν Τζέη, στο τελευταίο του βιβλίο, παρακολουθεί τον προνομιακό ρόλο της όρασης στη δυτική σκέψη και καταγράφει την υπονόμευση του ρόλου αυτού από σύγχρονους Γάλλους φιλοσόφους, καλλιτέχνες και συγγραφείς. Η εξαιρετικά εμπεριστατωμένη αφήγησή του ξεκινά από την Ελλάδα, όπου η όραση, το φως και η απεικόνιση είχαν δεσπόζουσα θέση στις προσπάθειες μορφοποίησης και επεξήγησης των σχέσεων με τον κόσμο. Ο Πλάτων ταύτιζε την αλήθεια με την ιδέα, τη μορφή, την οποία θα πρέπει να αναζητήσουμε πέρα από τον χρόνο και τον χώρο. Στον Τίμαιο περιγράφει την όραση ως αιτία «μεγίστης ωφελείας»: «ότι των νυν λόγων περί  του παντός λεγομένων ουδείς αν ποτε ερρήθη μήτε άστρα μήτε ήλιον μήτ’ ουρανόν ιδόντων». Ο Πλάτων, ωστόσο μιλά για τη δυνατότητα της διανόησης να αποκτήσει καθαρή εικόνα της ουσίας των πραγμάτων μάλλον, παρά για την ικανότητα των ματιών να δουν τον κόσμο. Η στάση του αυτή σχετίζεται άμεσα με την δυσπιστία του κατά του μιμητικού χαρακτήρα της τέχνης. 

Σε όλο το βιβλίο του Τζέη ο εκθειασμός του οράν, του σκοπείν και του θεωρείν εξετάζεται παράλληλα με την αμφισβήτηση της κυριαρχίας των ματιών. Όταν διανύει την απόσταση που το θεωρητικό βλέμμα έχει επιβάλει ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, αναφέρει επίσης και τα επιχειρήματα τα οποία στην ελληνική διεξαγωγή θεωρίας διαβάζουν αυτό που ο Hans-Georg Gadamer έχει ονομάσει «αληθινή συμμετοχή, όχι κάτι ενεργό, παρά κάτι παθητικό, δηλαδή το να είναι κανείς εντελώς εμπεπλεγμένος και παρασυρμένος απ’ αυτό που βλέπει». Στη θεωρία (στα λατινικά και speculatio, διευκρινίζει ο Τζέη) του κόσμου εντοπίζεται αφενός η προσπάθεια της ολικής, «ικάριας» θεώρησής του, και αφετέρου ο πλήρης κατοπτρισμός του στο ένοπτρον (speculum) του σύμπαντος, όπου η απόσταση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου καταργείται.

Κατά τον μεσαίωνα μπορούσε κανείς να δει την αλήθεια στον θεϊκό καθρέφτη. Επί της γης η αλήθεια αυτή καθρεφτιζόταν στα εκκλησιαστικά εγχειρίδια, τα οποία μερικές φορές ονομάζονταν specula. Ο οφθαλμοκεντρικός, όμως, λόγος που δημιούργησε η ελληνική σκοποφιλία βρήκε αντίσταση όχι μόνο στην δυσπιστία του ίδιου του λόγου για την ικανότητα των ματιών να δουν καθαρά τον κόσμο ή στις μυθολογικές μορφές που συνεκδοχικά αντιπροσωπεύουν την καταστρεπτική δύναμη του βλέμματος, αλλά και στην εβραϊκή προνομιακή μεταχείριση της φωνής σε βάρος της εικόνας. Η αντιπαράθεση της ελληνικής όρασης στην εβραϊκή ακοή υπήρξε έντονη σε όλη την ιστορία της φιλοσοφίας, και στο βιβλίο του Τζέη αποκορυφώνεται στην ηθική του Λεβινάς.

Η Μεταρρύθμιση ήταν εχθρική προς την οπτική «υπερτροφία», η οποία δημιουργήθηκε απ’ αυτό που ο Θωμάς Ακινάτης ονόμαζε sensus magis cognoscitivus. Η εικονοφοβία στράφηκε και κατά μιας θετικής εικονολατρίας και κατά μιας αρνητική ειδωλολατρίας. Ο λόγος της Βίβλου είναι πιο αληθινός απ’οποιαδήποτε θεϊκή απεικόνιση. Τούτη η έχθρα, ωστόσο, οδήγησε με τη σειρά της στην Αντιμεταρρύθμιση και την οπτικά πλούσια αισθητική του μπαρόκ. Εδώ, εκτός από την αποκατάσταση της όρασης, μπορεί κανείς να διακρίνει μια αντιπλατωνική διασπορά της εικόνας και ένα παραμορφωτικό παιγνίδι με τα σημεία – φαινόμενα που στρέφουν τη σκέψη προς τον μεταμοντερνισμό.

Ο οφθαλμοκεντρικός λόγος βρίσκει στον Descartes τον αφοσιωμένο φιλόσοφό του. Στη Διοπτρική του (La Dioptrique) απαντάμε τη γνωστή εξύμνηση της όρασης ως «της πληρέστερης και ευγενέστερης» των αισθήσεων – εξύμνηση που κρίθηκε αυστηρά από τη σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία. Στον Jean-Jacques Rousseau το μάτι, το φως και η διαύγεια αποτελούν τα κύρια μέσα στην αναζήτηση της αλήθειας. Η διαύγεια του Ρουσό, από μια άλλη σκοπιά, είναι τόσο τέλεια που οδηγεί σε μια διαφάνεια, στην οποία ο Ντεριντά διακρίνει την απουσία της απόστασης μεταξύ του βλέποντος και του βλεπομένου. Στην απουσία αυτή, γράφει ο Ντεριντά, η φωνή συνέχει τα πάντα.

Όταν ο Henri Bergson ξεκίνησε την αντι-οφθαλμοκεντρική του φιλοσοφία, η μηχανική αναπαραγωγή των εικόνων είχε προλάβει να δημιουργήσει πλήθος ποικίλων αντιδράσεων. Ο Μπερξόν περιέγραψε έναν «κινηματογραφικό μηχανισμό» που στην πλατωνική φιλοσοφία ήδη μπορούσε να σταματήσει τη ροή της πραγματικότητας. Παρόλο που ο Gilles Deleuze βρήκε στον Μπερξόν υλικό που τον ενέπνευσε στις αναλύσεις του της τέχνης του σινεμά, ο ίδιος ο Μπερξόν ήθελε να υπερβεί τους περιορισμούς της κάμερας και της στενότητας του οπτικού πεδίου, ώστε να επαναφέρει τις ιδιότητες του σώματος και του βιωμένου χρόνου στις συναλλαγές μας με την πραγματικότητα.

Η στενή παρακολούθηση της περιπέτειας του ματιού οδήγησε στη συνέχεια τον Τζέη στην αντι-οφθαλμοκεντρική δραστηριότητα των ιμπρεσιονιστών, του Cezanne, του φιλοπαίγμονος Ντυσάν. Ο τελευταίος υπήρξε πολύ πιο διεισδυτικός από τον Μπερξόν στη σχέση του με τον χώρο του ορατού και πολύ πιο λεπτός στις συνδιαλέξεις του με τον χρόνο. Ο οφθοαλμωρύχος Bataille όμως, δεν ήταν ούτε λεπτός ούτε φιλοπαίγμων. Στην Ιστορία του ματιού διαβάζουμε για το εξορυγμένο ανδρικό μάτι που καταλήγει στον κόλπο της ηρωίδας, αφού προηγουμένως έχει περάσει από τον κώλο της. Στο έργο του Μπατάιγ η βία της σκηνής αυτής, η οποία παραπέμπει στην κακομεταχείριση του ματιού στην ταινία του Buñuel Ο ανδαλουσιανός σκύλος, συνεργεί με τις παραστάσεις της τυφλότητας, του εκτυφλωτικού ήλιου και του ακέφαλου σώματος, για να χλευάσει και να ξεπεράσει τα όρια του καρτεσιανού και φροϋδικού ατόμου.

Με οξυδέρκεια προχωρεί ο Τζέη στον Σάρτρ και σ’ αυτό που ονομάζει «αδιατάρακτα ανελέητο εκδαιμονισμό του leregard». Συνεχίζει με τις «ηρωικές προσπάθειες» του Μερλώ-Ποντύ να αποκαταστήσει «την ευγένεια του ματιού» και τη σχέση που τούτος περιγράφει μεταξύ του «ορατού» και του «αοράτου», στην οποία δεν θα πρέπει να αναζητούμε κάτι αντιφατικό. Κατόπιν ο Τζέη αναλύει το λακανικό «στάδιο του καθρέφτη» (stade du miroir) και την απατηλή αντίληψη που το εγώ έχει για το είδωλό του, αντίληψη που γίνεται ακόμη πιο προβληματική εξαιτίας της όλο και πιο αποσταθεροποιητικής παρεμβολής της γλώσσας.

Ο Φουκώ διαβλέπει στις προθέσεις του ματιού σκοτεινές δυνάμεις. Τα κείμενά του γύρω από τη διάφανη φυλακή του Jeremy Bentham, το Πανοπτικόν, και τους όρους της ανοικτίρμονης, επιτήρησης, της παρατήρησης της τρέλας από μια άλλη, σίγουρη μεριά, του «απόλυτου οφθαλμού», ο οποίος στην ιατρική του δέκατου όγδοου αιώνα μετατρέπει τη ζωή σε πτώμα για να τη μελετήσει από απόσταση και με κρύο βλέμμα να «ανακαλύψει εκ νέου την εύθραστη, διαρρηγμένη νεύρωση [nervure] της ζωής», διαπραγματεύονται την αρνητική πλευρά της όρασης και μερικά από τα εμπόδια για την υπέρβασή της.

Ο Roland Barthes γοητεύεται από το εναγώνιο βλέμμα και την ικανότητα της φωτογραφίας να προκαλέσει τραυματικά αισθήματα. Μελετά την ένταση μεταξύ βλέμματος και θανάτου, ακριβώς όπως έκαναν πριν απ’ αυτόν ο Φουκώ και ο Μπλανσό. Κατά τον Μπάρτ η φωτογραφία έχει την τρομερή δύναμη όχι μόνο να κάνει τον θάνατο παρόντα, αλλά και να φανερώνει τη μεταφυσική του. Πρόκειται, όμως, για μια αδύνατη μεταφυσική, η οποία δρα στο κενό. Η ένταση που παραπέμπει στη μεταφυσική του θανάτου είναι αποτέλεσμα κάποιας διαρροής στη διαλεκτική των βλεμμάτων και στα όρια του φανερού, την οποία ο Μπάρτ ονομάζει punctum.

Είναι σαν να φωτογραφίζουμε όχι με τη βοήθεια του ματιού αλλά με τη βοήθεια των δακρύων. «Μόνον ο άνθρωπος», γράφει ο Ντεριντά, «γνωρίζει πως μπορούμε να φτάσουμε πέρα από το βλέπειν και το γιγνώσκειν, επειδή μόνον αυτός γνωρίζει πως κλαίνε». Μόνο το βλέμμα που το καλύπτουν δάκρυα, η ουσία του ματιού, μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα punctum caecum, ένα σκοτεινό σημείο, μια αποκαλυπτική στιγμή, μια μικρή μαύρη τρύπα που αφαιρεί από το μάτι κάθε ιδιοποιητική δύναμη. Αν η εικόνα παίζει σημαντικό ρόλο για τον Ντεριντά, είναι επειδή λειτουργεί σαν δάκρυ στο κείμενο και, με τη βοήθεια κάθε σχήματος λόγου, δεν επιτρέπει την προνομιακή σύλληψη του κόσμου.

Ο οφθαλμότεγκτος λόγος προδίδει τον γενναιόδωρο άνθρωπο, αφού τα δάκρυα γυμνώνουν την καρδιά του και δείχνουν μια άλλη πλευρά του εαυτού του. Φέρνουν επίσης στο προσκήνιο την αφή, από την οποία διαπνέεται, κατά την Luce Irigaray, ο τρόπος γραφής των γυναικών. Τα δάκρυα, μαζί με την υπόλοιπη υδροδυναμική των γυναικείων υγρών και το απύθμενο σκότος του κόλπου τους, θα υπονομεύουν πάντα κάθε προσπάθεια του βλέμματος να καταλήξει σε σταθερή και περιγεγραμμένη εικόνα. Και τούτο παρόλο που η Ιριγκαρέ παρουσιάζει τη γυναίκα ως τον ένα πόλο μιας σχέσης την οποία ο Ντεριντά, δίχως αμφιβολία, θα αποδομούσε.

Ο Τζέη κλείνει την ενδελεχή επισκόπηση της κριτικής του βλέμματος στη σύγχρονη γαλλική σκέψη με την αποδοκιμαστική στάση του Λεβινάς και του Jean – Franqois Lyotard ενάντια στη δύναμη του ματιού. Η γαλλική υποδοχή της βιβλικής απαγόρευσης των ειδώλων είναι εναρμονισμένη, κατά τον Τζέη, με τη στάση του Edmond Jabés, ο οποίος πριν από δέκα χρόνια περίπου δήλωσε ότι «δεν του αρέσουν και πολύ οι εικόνες». Το να σκέφτεσαι ενάντια στον ελληνικό οφθαλμοκεντρισμό σημαίνει για τον καλό φίλο του Λεβινάς, τον Μπλανσό, ότι χάνεσαι στα άδυτα των λέξεων, πέρα από την πανθορώσα ματιά του Θεού. Η υπευθυνότητα για τον άλλον θα πρέπει να αγνοεί το πασιφανές και να δείχνεται με τα μάτια κλειστά, έτσι ώστε η γενναιοδωρία να μη γνωρίζει όρια. Η ακοή και η αφή καταργούν την απόσταση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Το χάδι οδηγεί, κατά τον Λεβινάς, σε «πλήρη αταξία», όπου είμαστε ανοιχτοί άνευ όρων προς τον άλλο, και όπου ο άλλος δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο να απορροφηθεί απ’ αυτόν που τον χαϊδεύει. Στην αταξία αυτή ο Λυοτάρ επισημαίνει την ικανότητα της επιθυμίας να αποφεύγει την ελληνική προσπάθεια να δοθεί μορφή στην αλήθεια, καθώς και την απόρριψη του οπτικού κορεσμού από τον μεταμοντερνισμό.

Ο Τζέη έχει επίγνωση του ότι έγραψε ένα βιβλίο, του οποίου το ικάριο πέταγμα πάνω από τη δυτική σκέψη μπορεί πολύ εύκολα να γίνει αντικείμενο της ίδιας κριτικής την οποία τόσο προσεχτικά πραγματεύεται. Ακριβώς αυτή η επίγνωση έδωσε στα επιχειρήματά του τη διάσταση που προτρέπει το άνοιγμα νέων δρόμων σε όσους θέλουν να ερευνήσουν μια διαφορετική πλευρά της ιστορίας του ματιού. Ένας συγγραφέας που νομίζω ότι απουσιάζει από το βιβλίο του Τζέη είναι ο Samuel Beckett, ο δημιουργός της παραλυμένης οντολογίας όχι μόνο του ματιού, αλλά και όλου του σώματος. Η ενδεχόμενη υπονόμευση της οντολογίας αυτής από την αυστηρή αποδομική τακτική του Ντεριντά, από τη μια μεριά, και η ενδεχομένως αδιάφορη στάση του Μπέκετ μπροστά στην ακατάβλητη ενεργητικότητα του Ντεριντά, από την άλλη, υποστηρίζουν την αναζήτηση μιας όρασης που, πέρα από τις πολικές σχέσεις ελληνικό-εβραϊκό και άνδρας -γυναίκα, υποδέχεται και προσφέρει ταυτόχρονα. Σκέψεις για μια τέτοια όραση, ωστόσο, υπάρχουν ήδη στο βιβλίο του Μάρτιν Τζέη.

Βασίλης Παπαγεωργίου