Επανεπίσκεψη: Κέννεθ Κοκ, δύο βιβλία

Kenneth Koch, Making Your Own Days: The Pleasures of Reading and Writing Poetry.
Scribner, 1998.
Kenneth Koch, StraitsPoems.
Alfred A Knopf, 1998.
Ποίηση 12, Φθινόπωρο-Χειμώνας 1998.

Φαίνεται τελικά πως είναι και δυνατό και ευχάριστο να εξηγήσει κανείς πώς γράφεται ένα ποίημα ή πώς μπορούμε να μάθουμε να το απολαμβάνουμε καλύτερα. Ήδη από τη γέννηση της ποίησης έχουμε στοχαστεί τους όρους της ποιητικής γραφής και κάθε τόσο προσπαθούμε να τους διατυπώσουμε. Περίφημα παραδείγματα για το περιεχόμενο ή την ουσία της ποιητικής τέχνης έχουμε πλήθος. Πολλά είναι επίσης σήμερα τα πανεπιστήμια που προσφέρουν μαθήματα για το πώς γράφεται και διαβάζεται η λογοτεχνία. Ωστόσο δεν είναι πολλοί αυτοί που μπορούν να γράφουν καλή ποίηση και συγχρόνως έχουν την ικανότητα να μιλούν γι’ αυτή και να την εξηγούν με τρόπο παιδαγωγικό.

Ο εβδομηντατριάχρονος Κέννεθ Κόκ (Kenneth Koch) είναι ένας τέτοιος ποιητής και δάσκαλος. Εδώ και πολλά χρόνια είναι καθηγητής αγγλικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο Κολάμπια και από τους πιο διακεκριμένους αμερικανούς ποιητές. Μαζί με τους Τζον Άσμπερυ (John Ashbery), Φράνκ Οχάρα (Frank O’Hara) και Τζέημς Σκάυλερ (JamesSchuyler) ανήκει στην περιβόητη Σχολή της Νέας Υόρκης. Τη Σχολή αυτή, αν υποθέσουμε ότι έχει υπάρξει, τη χαρακτηρίζει κατά τον Κοκ μία ιδιόμορφη κριτική της παραδοσιακής ποίησης. Ιδιόμορφη λόγω χώρου ή χρονικών συγκυριών στις οποίες οι ποιητές που αναφέραμε ενέπνεαν ή έγραφαν ο ένας για τους άλλους.

Όταν ένας πρωτοποριακός ποιητής γίνεται δάσκαλος ποίησης ο κίνδυνος να ξεχάσει το παρελθόν του και ν’ αρχίσει να καλλιεργεί κοινοτοπίες είναι πολύ μικρός. Ο Κέννεθ Κοκ έχει τροχίσει τις ερμηνευτικές του ικανότητες με τη συνεχή ανάγκη να εξηγεί ότι και η δική του καινοφανής ποίηση και των φίλων του καθόλου δεν είναι ακατανόητες ή ότι στο ακατανόητο υπάρχει κάτι το κατανοητό που είναι τόσο ποιητικό και μεγαλειώδες, ώστε το ακατανόητο καταλαμβάνει ένα ασήμαντο μόνο μέρος του ποιητικού επιτεύγματος. Τα κείμενα του Κοκ για τον Άσμπερυ, για παράδειγμα, είναι από τα πιο άνετα και πιο προσηνή και συγχρόνως από τα πιο περιεκτικά που έχουν γραφτεί γι’ αυτόν τον τόσο δύσκολο για πολλούς ποιητή.

Ο Κοκ άρχισε ν’ αναπτύσσει την απλή, αλλά άμεσα αποτελεσματική, παιδαγωγική του μέθοδο κατά το τέλος της δεκαετίας του ’60, όταν έγινε δάσκαλος ποίησης σε μια ομάδα παιδιών από 6 έως 12 ετών. Τις παρατηρήσεις του, τη μέθοδό του και τα ποιήματα που έγραψαν τότε οι μικροί μαθητές του τα δημοσίευσε ο Κόκ το 1970 στο βιβλίο WishesLies and Dreams. Το βιβλίο αυτό είναι πια κλασικό, όπως το RoseWhere Did You Get That Red? του 1973, στο οποίο ο Κοκ μαθαίνει σε παιδιά να διαβάζουν και να κατανοούν μεγάλους ποιητές.

Από τότε ο Κοκ έχει δημοσιεύσει ακόμη δύο παιδαγωγικά βιβλία, έχει δημιουργήσει πολλά εργαστήρια και έχει δώσει μεγάλο αριθμό διαλέξεων με θέμα τη διδασκαλία της ποίησης. Δεν πρέπει να παραλείψουμε και το μακροσκελές ποίημα «Η τέχνη της ποίησης» (στον τόμο Η τέχνη της αγάπης, του 1975), όπου με ιλαροεπικό τρόπο ο Κοκ εκθέτει τις απόψεις του για το ανεπίλυτο ζήτημα της ποίησης.

Παρόμοιες απόψεις παρουσιάζει και στη φετινή του ποιητική συλλογή, όπου στο ποίημα «My Olivetti Speaks» διαβάζουμε: «Τα πουλιά δεν τραγουδούν, εξηγούν. Μόνο οι άνθρωποι τραγουδούν.» Επίσης αμέσως μετά: «Αν το ενενήντα εννιά τοις εκατό των ποιητών όλου του κόσμου έπαυε να γράφει ποίηση, θα εξακολουθούσε να υπάρχει το ίδιο ποσό ποίησης.» Η ειρωνεία, δίχως αμφιβολία, είναι τόσο σημαντική για τον Κοκ όσο το τραγικό για τον καλό του φίλο Άσμπερυ. Η παρουσία και μόνο της ποίησης θα έπρεπε να μας κάνει να γελάμε, γράφει ο Κοκ στο ίδιο ποίημα. Στην ποίησή του η ειρωνεία είναι συνυφασμένη με την ευχάριστη έκπληξη, πράγμα που διαβάζουμε και στη νέα του συλλογή, όπως επίσης και το ότι προσπαθεί πάντα           ν’ ανακαλύψει τα πράγματα, τις σχέσεις τους ή την ποίηση την ίδια για πρώτη φορά. Μας δίνει ένα κόσμο σπαρταριστό, αστείο και ευεργετικά παιδιάστικο, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Let’s pour Coca Cola on the Priest»: «Πάμε να ρίξουμε/ κόκα-κόλα/ στον παπά/ τώρα που κοιμάται!»

Η φρεσκάδα και οι αστεϊσμοί συνοδεύουν και τα κείμενα του Κόκ για την ποίηση. Το νέο παιδαγωγικό του βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο εξηγεί τι είναι ποίηση, καθώς και τι σημαίνει να γράφεις και να διαβάζεις ποίηση. Το δεύτερο μέρος είναι μια ανθολογία με ποιήματα από τον Όμηρο ως τον Άσμπερυ, συνοδευμένα από σύντομα σχόλια, όπου ο ποιητής βοηθά τον αναγνώστη ν’ ακολουθήσει διάφορους ερμηνευτικούς δρόμους. Το βιβλίο υποβαθρώνει μια δυνατή, αλλά εντελώς ανεπιτήδευτη, αγάπη για την ποίηση, και μια εξαιρετικά διεισδυτική, αλλά και λυσιμελής, ερμηνευτική δεξιοτεχνία. Απλός στόχος του Κοκ στο βιβλίο αυτό είναι να μιλήσει ξεκάθαρα και να πει κάτι ενδιαφέρον για την ποίηση, πράγμα που πιστεύω ότι κατορθώνει χωρίς δυσκολία. Η δοκιμασμένη άποψή του είναι ότι «στην ποίηση – όπως και στο μπέϊζμπωλ ή στην αρχιτεκτονική για παράδειγμα – πρέπει να ξέρει κανείς κάτι για να μπορέσει να την απολαύσει, και ομοίως πρέπει κανείς να την απολαμβάνει για να θελήσει να την καταλάβει».

Φιλολογικώς πολύπλοκα ποιήματα ή ποιήματα από τα ράφια της πιο αφηρημένης νεωτερικότητας με τη βοήθεια του Κοκ γίνονται προσιτά και απολαυστικά τόσο στον έμπειρο όσο και στον άπειρο αναγνώστη. Το γεγονός ότι ο Κοκ συνέβαλε στη δημιουργία μιας από τις πιο υπονομευτικές ποιητικές δραστηριότητες του καιρού μας εγγυάται ότι ο αναγνώστης δεν θα οδηγηθεί σε ορισμούς και αφορισμούς που πνίγουν τη φαντασία του ή τη συνειρμική του ικανότητα. Αντ’ αυτού ο Κόκ διευρύνει τα ποιήματα συζητώντας τον ρυθμό ή τη μουσική που οι λέξεις δημιουργούν, τα αντικείμενα που κρύβουν οι στίχοι ή το πως οι ίδιοι οι στίχοι αποτελούν συχνά αντικείμενα, πράγμα που συμβαίνει, όπως ωραία το δείχνει ο Κόκ, στο ποίημα του Joseph Ceravolo «Μεθυσμένος χειμώνας».

Ποίηση είναι για τον Κοκ η χώρα άπειρων δυνατοτήτων, όπου ποιητής και αναγνώστης μαθαίνουν να προσφέρουν ευχαρίστηση («pleasure» είναι η καθοριστική λέξη του Κοκ) με τη βοήθεια μιας γλώσσας που διαφέρει από τη γλώσσα της καθημερινότητας ή της επιστήμης. Οπωσδήποτε δεν μπορούμε ν’ αποδείξουμε τίποτε με τους στίχους twoand two/ Are rather blue. Μας λένε πολλά όμως ως ποίηση και μας δίνουν χαρά, πολύ περισσότερο από το αν είχαμε διαβάσει two and two are rather green. Βέβαια πολλοί δικαίως θα ισχυριστούν ότι η πράσινη εκδοχή είναι τουλάχιστον όσο ποιητική είναι και η μπλε. Η δύναμη όμως των σχολίων του Κοκ βρίσκεται στο ότι δεν αποκλείουν παρά μόνο δείχνουν κάτω από ποιες συνθήκες ένας στίχος δύναται να είναι ποιητικός. Ο Κοκ καταφάσκει κάθε προσέγγιση εφόσον είναι ποιητική, εφόσον δημιουργεί τις προϋποθέσεις με τις οποίες ο στίχος «two and two are rather green» προσφέρει ποιητική απόλαυση. Κάτι δηλαδή που οπουδήποτε και οποτεδήποτε μπορεί να επιτευχθεί. Και οποτεδήποτε επίσης μπορούμε να προσθέσουμε ή ν’ αλλάξουμε κάτι σ’ έναν στίχο και να έχουμε έτσι ένα εντελώς φρέσκο ποίημα. Με τη γλώσσα της ποίησης μπορούμε να πούμε οτιδήποτε, επιμένει ο Κοκ με τον τερψίθυμο τρόπο του. Μπορούμε λοιπόν να πούμε «η ζωή είναι ένα όνειρο», αλλά και «η ζωή είναι δύο όνειρα» κ.ο.κ.

Δώστε στον Κοκ οποιεσδήποτε λέξεις κι αυτός θα σας τις επιστρέψει ποίημα. Τίποτε δεν είναι γι’ αυτόν τόσο πεζό ή τόσο υψηλό ώστε ν’ αποκλείεται από την αντίληψή του για την τέχνη της ποίησης. Στις δικές του συλλογές βρήκαν στέγη τα πιο απίθανα αντικείμενα, πλάσματα και φαινόμενα. Και ποιος αναγνώστης θα μπορούσε να μας πείσει ότι δεν θα ήθελε μια τέτοια στέγη για τις διηνεκείς διακοπές του.

Βασίλης Παπαγεωργίου