Τούμας Τράνστρεμερ/Tomas Tranströmer

Τα χρώματα τιμούν τον Τούμας Τράνστρεμερ, Νομπέλ λογοτεχνίας 2011.

Επίλογος
Από τη συλλογή 17 ΠΟΙΗΜΑΤΑ
1954

Δεκέμβριος. Η Σουηδία είναι πλοίο τραβηγμένο στη στεριά,
ξαρματωμένο. Τα κατάρτια του υψώνονται αυστηρά
στον ρόδινο ουρανό. Και το σούρουπο κρατά περισσότερο
από τη μέρα – ο δρόμος που οδηγεί εδώ είναι γεμάτος πέτρες:
το φως δεν φτάνει ποτέ πριν από το μεσημέρι
και το κολοσσαίο του χειμώνα ορθώνεται,
φωτισμένο από φανταστικά σύννεφα. Και τότε
υψώνεται αμέσως απ’ τα χωριά ιλιγγιώδης
ο άσπρος καπνός. Τα σύννεφα αιωρούνται σε ατέρμονο ύψος.
Η θάλασσα ανασκαλεύει στις ρίζες του ουράνιου δέντρου,
αφηρημένη και σαν ν’ ακούει κάτι.
(Ένα πουλί πετά αθέατο πάνω από της ψυχής το σκοτεινό
και αλλού στραμμένο μισό, ξυπνώντας
με τις φωνές του αυτούς που κοιμούνται. Και
το τηλεσκόπιο γυρίζει, εντοπίζει έναν άλλο χρόνο,
και είναι καλοκαίρι: τα βουνά μουγκρίζουν, πλημμυρισμένα
στο φως και το ρυάκι υψώνει τη λάμψη του ήλιου
με το διάφανο χέρι του… Και μετά σβήνουν όλα,
όπως όταν κόβεται μια ταινία στο σκοτάδι.)

Ο αποσπερίτης κατακαίει τώρα το σύννεφο.
Δέντρα, φράχτες και σπίτια μεγεθύνονται, διευρύνονται
στου σκοταδιού την ορμητική, αλλ’ αθόρυβη χιονοστιβάδα.
Και κάτω από το άστρο εμφανίζεται όλο και περισσότερο
το άλλο, το κρυμμένο τοπίο που ζει
τη ζωή των περιγραμμάτων στην ακτινογραφία της νύχτας.
Μια σκιά τραβά το έλκηθρό της ανάμεσα στα σπίτια.
Που περιμένουν.

Στις έξι το απόγευμα σηκώνεται αέρας
και καλπάζει βροντώντας στον δρόμο του χωριού,
στο σκοτάδι, σαν πλήθος ιππέων. Πώς
ηχεί και σιωπά η μαύρη ανησυχία!
Τα σπίτια είναι φυλακισμένα σε χορό ακινησίας,
στο βουητό που μοιάζει αυτό του ονείρου. Η μια
μετά την άλλη οι σπιλιάδες γυροφέρνουν πάνω απ’ τον κόλπο
και κατευθύνονται προς την ανοιχτή θάλασσα που ξεχύνεται στο σκοτάδι.
Στον ουρανό τ’ άστρα στέλνουν απελπιστικά σήματα.
Ανάβουν και σβήνουν από τα σύννεφα που περνούν από μπροστά τους,
που μόνον όταν κρύβουν το φως αποκαλύπτουν
την ύπαρξή τους, σαν τα σύννεφα του παρελθόντος
που περιφέρονται στις ψυχές. Όταν περνώ έξω
απ’ τον τοίχο του στάβλου φτάνουν στ’ αφτιά μου μέσα στη φασαρία
τα χτυπήματα των οπλών του άρρωστου αλόγου.
Η αναχώρηση μέσα στη θύελλα, από
μια χαλασμένη αυλόπορτα που χτυπά και χτυπά, ένα φανάρι
που κρέμεται από ένα χέρι, ένα ζώο που κακαρίζει
τρομαγμένο στο βουνό. Αναχώρηση όταν βροντούν
οι κεραυνοί πάνω απ’ τις σκεπές των βουστασίων, όταν βουίζουν
τα τηλεφωνικά καλώδια, όταν ο αέρας σφυρίζει διαπεραστικά
στα κεραμίδια στη στέγη της νύχτας
και το δέντρο ανήμπορο σείει τα κλαδιά του.

Από μια γκάιντα ξεχύνεται μια μελωδία!
Μελωδία από μια γκάιντα που προελαύνει,
απελευθερωτικά. Μια πομπή. Ένα δάσος σε πορεία!
Αφροί γύρω από μια πλώρη, το σκοτάδι σαλεύει
και στεριά και θάλασσα ταξιδεύουν. Και οι νεκροί,
που βρίσκονται κάτω απ’ το κατάστρωμα, είναι μαζί μας,
μαζί μας στο ταξίδι: ταξίδι με πλοίο, περιπλάνηση
που δεν είναι καταδίωξη, αλλά σιγουριά.

Κι ο κόσμος μαζεύει συνεχώς το αντίσκηνό του
Και πάλι. Μια μέρα καλοκαιρινή αρπάζει ο αέρας
τ’ άρμενα της βαλανιδιάς κι εκσφενδονίζει τη Γη.
Το νούφαρο κάνει κουπί με το κρυφό νηκτικό του πόδι
στη σκοτεινή αγκαλιά της λίμνης που είναι σε φυγή.
Μια ξεκομμένη κοτρόνα κυλά στις αίθουσες τ’ ουρανού και χάνεται.
Στο καλοκαιρινό σούρουπο φαίνονται στον ορίζοντα νησιά
που υψώνονται. Παλιά χωριά τραβούν τον
δρόμο τους, εισχωρούν όλο και πιο βαθιά στα δάση, πάνω
στους τροχούς των εποχών με τα στριγκλίσματα της καρακάξας.
Όταν η χρονιά βγάζει τις μπότες της,
και ο ήλιος σκαρφαλώνει πιο ψηλά, τα δέντρα γεμίζουν φύλλα
και αέρα και αρμενίζουν ελεύθερα.
Στα ριζά του βουνού σκάει η κυματωγή του δάσους των κωνοφόρων,
έρχεται όμως η μεγάλη, ζεστή φουσκοθαλασσιά του καλοκαιριού,
περνά αργά μέσ’ από τις κορυφές των δέντρων, αναπαύεται
για μια στιγμή κι αποτραβιέται –
παραμένει η άφυλλη ακτή. Και τελικά:
το πνεύμα του Θεού είναι σαν τον Νείλο: πλημμυρίζει
και υποχωρεί με ρυθμό που έχει υπολογιστεί
σε κείμενα από διαφορετικές εποχές.
Αλλά και Αυτός είναι αμετάβλητος
και γι’ αυτό σπάνια Τον βλέπει κανείς εδώ.
Διασχίζει τον δρόμο της πομπής από τα πλάγια.

Όπως το πλοίο που διασχίζει την ομίχλη
δίχως η ομίχλη να το αντιλαμβάνεται. Σιωπή.
Το σύνθημα είναι το αδύναμο φέγγος του φαναριού.

Σ.τ.π. Τραγούδι: Το μυθολογικό μέρος είναι από το έκτο τραγούδι του Καλεβάλα.
Ελεγεία: Ο άντρας του Μπόκστεν [Bocksten]. Το καλοκαίρι του 1936 βρέθηκε στον βάλτο του Μπόκστεν στη Χάλλαντ [Halland] το πτώμα ανδρός που δολοφονήθηκε στα μέσα του δεκάτου τετάρτου αιώνα. Η ενδυμασία του ήταν σε τέλεια κατάσταση εξαιτίας των χουμικών οξέων. Στο πτώμα ήταν καρφωμένα δυο παλούκια για να μη μπορέσει ποτέ ο νεκρός να σηκωθεί και περπατήσει.

 


Σύρος
Από τη συλλογή Ο ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ
1962

Στο λιμάνι της Σύρου παρατημένα εμπορικά πλοία σε αναμονή.
Οι πλώρες δίπλα δίπλα. Αραγμένα εδώ και χρόνια:
CAPE RION, Μονρόβια.
KRITOS, Άνδρος.
SCOTIA, Παναμάς.

Σκοτεινοί πίνακες πάνω στο νερό, κρεμασμένοι απόμερα.

Σαν παιδικά παιχνίδια που γιγαντώθηκαν
και μας κατηγορούν
για ό,τι δεν γίναμε.

XELATROS, Πειραιάς
CASSIOPEJA, Μονρόβια.
Η θάλασσα σταμάτησε να τα διαβάζει.

Όταν όμως ήρθαμε για πρώτη φορά στη Σύρο, νύχτα ήταν,
είδαμε τις πλώρες δίπλα δίπλα στο φως της σελήνης και σκεφτήκαμε:
τι πανίσχυρος στόλος, υπέροχα ενωμένος!

Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στον τόμο Tomas Tranströmer, Τα Ποιήματα, μετάφραση Βασίλης Παπαγεωργίου, εκδόσεις Printa 2004.

This entry was posted in Archive, Translations. Bookmark the permalink.