Βασίλης Παπαγεωργίου, Στιγμές θέρους

exlibris by Lo Snöfall

exlibris by Lo Snöfall after a drawing by Daniel Olovsson

Σ Τ Ι Γ Μ Ε Σ   Θ Ε Ρ Ο Υ Σ

Πρόσωπα
Η Θεανώ γύρω στα τριάντα. Η Ιωάννα, φίλη της Θεανώς, γύρω στα τριανταπέντε. Ο Νίκος και ο Θωμάς γύρω στα τριάντα.

Ευρύχωρη αυλή μεγάλης αγροικίας. Δέντρα, ψηλό χορτάρι. Σε μια άκρη αυτοκίνητα και γεωργικά μηχανήματα. Καλοκαίρι, απόγευμα. Στη μια μεριά της πρόσοψης η Θεανώ και η Ιωάννα όρθιες. Στην άλλη μεριά οι δυο άντρες καθισμένοι σε μια πέτρα.

ΘΕΑΝΩ Έρχονται απ’ όλα τα μέρη του κόσμου.
ΙΩΑΝΝΑ Τώρα δεν μπορείς πια να πεις από τα πιο απίθανα μέρη του κόσμου.
ΘΕΑΝΩ Μπορείς όμως να πεις ότι έρχονται από κει που δεν το περιμένεις. Ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να είναι και ο γείτονάς σου.
ΙΩΑΝΝΑ Αλλά δεν θα είναι. Κανείς δεν είναι γείτονας πια.
ΘΕΑΝΩ Έρχονται και φεύγουν την ίδια στιγμή.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν σταματούν καθόλου.
ΘΕΑΝΩ Δεν αναπαύονται καθόλου. Ούτε αυτοί, ούτε εμείς.
ΙΩΑΝΝΑ Μόνο που εμείς δεν έχουμε ανάγκη από ανάπαυση.
ΘΕΑΝΩ Α, ευτυχώς, ευτυχώς.
ΙΩΑΝΝΑ Αυτές οι λέξεις φαίνονται εντελώς δικές σου όταν τις λες. Βγαίνουν από μέσα σου με φυσικότητα που εκπλήσσει και σένα την ίδια.
ΘΕΑΝΩ Μόλις βγαίνω από την πόλη σταματώ μπροστά μπροστά στο φανάρι.
ΙΩΑΝΝΑ  Ποιο φανάρι;
ΘΕΑΝΩ Εκεί έχει μόνο μια διασταύρωση.
ΙΩΑΝΝΑ Πού ακριβώς είναι αυτή;
ΘΕΑΝΩ Εκεί που στρίβει για τη γέφυρα του Ρίο.
ΙΩΑΝΝΑ Έχει φανάρια κι εκεί;
ΘΕΑΝΩ Μέσα στη ζέστη και τα αιωρούμενα σωματίδια.
ΙΩΑΝΝΑ Πήγαινες για Πάτρα;
ΘΕΑΝΩ Όχι, για Πάργα. Προς Μεσολόγγι.
ΙΩΑΝΝΑ Μέσα στη ζέστη;
ΘΕΑΝΩ Στεκόταν κάτω από τον καυτό ήλιο.
ΙΩΑΝΝΑ Ποιός στεκόταν;
ΘΕΑΝΩ Γιατί στέκεσαι μέσα στη ζέστη; ”Είμαι ζητιάνος.” Μέσα στη ζέστη; ”Είμαι ζητιάνος.” Κρατούσε ένα παλιό ακορντεόν.
ΙΩΑΝΝΑ Έπαιζε μέσα στη ζέστη;
ΘΕΑΝΩ Το κούναγε πέρα δώθε. Δεν έβγαινε ήχος. Ο ήλιος ψήνει. ”Δεν νιώθω τίποτε.” Δεν ένιωθε τίποτε.
ΙΩΑΝΝΑ Τι του έδωσες;
ΘΕΑΝΩ Δυο ευρώ.
ΙΩΑΝΝΑ  Μόνο δυο ευρώ;
ΘΕΑΝΩ Τι να του έδινα;
ΙΩΑΝΝΑ Πέντε, δέκα, είκοσι ευρώ.
ΘΕΑΝΩ Το σκέφτηκα και γω, αλλά τότε είχα ήδη απομακρυνθεί αρκετά χιλιόμετρα.
ΙΩΑΝΝΑ Τι άλλο σου είπε;
ΘΕΑΝΩ Δεν είπε τίποτε και δεν είπα τίποτε. Πήρε ώρα να ανάψει το πράσινο. Πρόλαβα έτσι και του έδωσα ένα όνομα.
ΙΩΑΝΝΑ Τον είπες ”Ο άνθρωπος με το βουβό ακορντεόν”.
ΘΕΑΝΩ Όχι, σκέτο. Το βουβό ακορντεόν. Τον βρήκα ύστερα από λίγες μέρες τυχαία στο Youtube. Έπαιζε βουβά το όργανό του εκεί που τον είχα συναντήσει με τον ήλιο από πάνω του. Του έγραψα ένα μέιλ σε μια διεύθυνση που βρήκα στο Google και απάντησε αμέσως με τη διεύθυνσή του στο Skype. Από τότε μιλάμε συχνά. Μου παίζει βουβό ακορντεόν στο Skype. Με γοητεύουν τα χέρια του. Παίζει ώρα και γω έχω τα μάτια μου καρφωμένα στα δάχτυλά του.
ΙΩΑΝΝΑ Απαλά χέρια γοητεύουν και μένα.
ΘΕΑΝΩ Ίσως τα χέρια του να μην είναι απαλά. Οι κινήσεις του είναι.
ΙΩANNA Έχω δει τοπία να κινούνται σαν χέρια, να ριγούν πρώτα και μετά να σαλεύουν ελαφρά. Έχω κινηθεί μαζί τους. Τοπία στη Σουηδία, όπου οι λόφοι χορεύουν καθώς οι αγελάδες μένουν ακίνητες και καταγράφουν. Μέσα στην απουσία απειλής.
ΘΕΑΝΩ Έχει τις κινήσεις ανθρώπου που δεν κουράστηκε ποτέ, που δούλεψε πολύ στη ζωή του και πάντα υπό κάθε είδους απειλή, αλλά δεν έδειξε ποτέ κούραση.
ΙΩΑΝΝΑ Λόφοι που σαλεύουν ρυθμικά.
ΘΕΑΝΩ Είναι χέρια χωρίς σκοπό.
ΙΩΑΝΝΑ Τα άγγιξες;
ΘΕΑΝΩ Στο Skype;
ΙΩΑΝΝΑ Στη Ναύπακτο.
ΘΕΑΝΩ Με άγγιξε αυτός.
ΙΩΑΝΝΑ  Όταν του έδωσες τα δυο ευρώ;
ΘΕΑΝΩ Όχι. Τότε δεν με άγγιξε καθόλου.
ΙΩΑΝΝΑ Πότε; Πριν ή μετά;
ΘΕΑΝΩ Πριν. Μετά.
ΙΩΑΝΝΑ Πριν ή μετά;
ΘΕΑΝΩ Πριν και μετά.
ΙΩΑΝΝΑ  Σε χάιδεψε;
ΘΕΑΝΩ Τα χέρια του ήταν πάνω στην άκρη.
ΙΩΑΝΝΑ Σε ποια άκρη;
ΘΕΑΝΩ Πάνω σε μια άκρη. Αυτό με άγγιξε. Σταματούσε μπροστά σε κάτι.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν ήξερε την επόμενη κίνηση;
ΘΕΑΝΩ Την ήξερε, αλλά την έκανε μετά από μικρό δισταγμό. Τα χέρια του έδειχναν να την ξέρουν. Δεν έδειχναν να φοβούνται.
ΙΩΑΝΝΑ Εσύ δεν φοβήθηκες;
ΘΕΑΝΩ Όχι, καθόλου. Ένιωσα οικειότητα, μεγάλη οικειότητα. Μέσα στη ζέστη, σε μέρος άγνωστο για μένα.
ΙΩΑΝΝΑ Στην Ελλάδα ήσουν.
ΘΕΑΝΩ Έβλεπα το ξερό χορτάρι στην άκρη της ασφάλτου, την ασήκωτη σκιά του αυτοκινήτου, τη σκόνη, τα άδεια κουτιά κόκα-κόλας. Ακίνητα μέσα στον καύσωνα. Όλοι καθηλωμένοι από την κάψα. Εκτός από τα χέρια του. Και τη διάθεσή μου.
ΙΩΑΝΝΑ Πώς αισθανόσουν;
ΘΕΑΝΩ Υπέροχα. Ελαφριά, αιωρούμενη πάνω από τον ιδρωμένο χρόνο. Δεν πίστευα ότι θα ερχόταν η επόμενη στιγμή, ότι θα ανάψει πράσινο. Μετά όμως άναψε πράσινο.
ΙΩΑΝΝΑ Αυτός τι έκανε όλο αυτό το διάστημα;

*

ΘΕΑΝΩ Κάτι με τυλίγει και με πιέζει ελαφρά. Θέλει να μπει μέσα μου. Θέλει να επιστρέψει μέσα μου. Σαν να το τραβώ άθελά μου μέσα μου.

*

ΙΩΑΝΝΑ Αυτός δεν θα διαλυθεί, όπως διαλύονται όλοι. Είναι ήδη διαλυμένος.
ΘΕΑΝΩ Τα χρώματα της διάλυσης τους μένουν μέσα μου. Οι αποχρώσεις αιωρούνται για λίγο στον αέρα όταν όλοι έχουν εξαφανιστεί.

*

ΘΕΑΝΩ Δεν θα κόψουμε το χορτάρι φέτος;
ΙΩΑΝΝΑ Φέτος ας το αφήσουμε να μεγαλώσει όσο θέλει.
ΘΕΑΝΩ Είναι υγρό και ψυχρό κοντά στις ρίζες. Θα παγώσουν τα πόδια τους.
ΙΩΑΝΝΑ Θα το κόψουμε αν το ζητήσουν οι ίδιοι.
ΘΕΑΝΩ Δεν θα προλάβουν να το ζητήσουν. Τα πόδια τους θα είναι ήδη παγωμένα. Όλο τους το κορμί θα είναι παγωμένο. Τα μάτια τους θα είναι παγωμένα. Από την ένταση.
ΙΩΑΝΝΑ Όσο πλησιάζουν η ένταση θα γίνεται ψύχος.

*

ΙΩΑΝΝΑ Θα περάσει κι αυτός από δω. Από τη ζέστη στο κρύο. Από την ένταση στο κρύο.
ΘΕΑΝΩ Αυτός δεν θα περάσει. Δεν χρειάζεται να κάνει αυτό το ταξίδι.
ΙΩΑΝΝΑ Τι άλλο σκεφτόσουν όσο ν’ ανάψει το πράσινο;
ΘΕΑΝΩ Για μια στιγμή σκέφτηκα αν παίζει ή όχι. Φαινόταν να παίζει, αλλά δεν άκουγα τίποτε. Σαν κάτι να απορροφούσε τον ήχο. Αν έβγαζε ήχο. Και μετά σκέφτηκα όλη τη χώρα έτσι. Να παίζει, όλοι να παίζουν χωρίς να ακούγεται τίποτε. Να μιλούν και να μην ακούγεται τίποτε. Να οδηγούν τα αυτοκίνητά τους, κάθε είδους μηχανή και να μην ακούγεται τίποτε. Κανένας να μην ακούει κανένα.
ΙΩΑΝΝΑ Σε τι θα βοηθούσε αυτό;
ΘΕΑΝΩ Δεν μπόρεσα να σκεφτώ περισσότερο. Άναψε πράσινο και ξεκίνησα.

*

ΘΕΑΝΩ Έρχονται και φεύγουν, έρχονται και φεύγουν.
ΙΩΑΝΝΑ Τη στιγμή αυτή είναι στον δρόμο. Θα τους έχουμε εδώ σύντομα.
ΘΕΑΝΩ Τι ξεχωρίζει αυτούς που έρχονται απ’ αυτούς που δεν έρχονται;
ΙΩΑΝΝΑ Τίποτε. Αυτοί που δεν έρχονται θα έρθουν κάποια άλλη φορά.
ΘΕΑΝΩ Ακούς τίποτε;
ΙΩΑΝΝΑ Όχι ακόμη.
ΘΕΑΝΩ Μπορεί να έχουν ήδη έρθει. Μπορεί να είναι κρυμμένοι μέσα στα χόρτα. Μπορεί να έχουν έρθει και να έχουν φύγει κιόλας.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν έχουν έρθει. Βρίσκονται στον δρόμο. Με κάθε βήμα που κάνουν μετριάζεται η σκληρότητά τους. Και είναι πολλά τα βήματα. Μερικοί δεν αντέχουν και χάνονται πριν φτάσουν. Εξαφανίζονται, ποιός ξέρει πού.
ΘΕΑΝΩ Θα εμφανιστούν κάπου αλλού.
ΙΩΑΝΝΑ Οι άλλοι όμως συνεχίζουν.
ΘΕΑΝΩ Και περνούν σε μια άλλη σκληρότητα.
ΙΩΑΝΝΑ Περνούν από την άρνηση στην κατάφαση.
ΘΕΑΝΩ Σε μια απαιτητική σκληρότητα. Ευλύγιστη, αλλά αμετάβλητη. Σαν να υπάρχει κάπου εδώ κοντά μια αόρατη μηχανή που παράγει κατάφαση, που φυλάσσει το σωστό μέτρο της, όπως φυλάσσονται σε κάποιο ίδρυμα σταθερά μέτρα και σταθμά. Σαν να την επιβάλλει ένας ζεστός αέρας που σε αναγκάζει να κάνεις μόνο το καλό.
ΙΩΑΝΝΑ Για ποιο πράγμα μιλάς;
ΘΕΑΝΩ Ένας αέρας που επινοεί ασταμάτητα τρόπους να ζεις με τη μια μόνο πλευρά της ηθικής. Μια σκληρότητα που δεν είναι καθόλου σκληρή.
ΙΩΑΝΝΑ Μιλάμε για ένα σαν.
ΝΙΚΟΣ (σαρκαστικά) Σαν ένα μεγάλο μουνί που επιβιώνει δίχως πούτσο. Που διευρύνεται χωρίς διείσδυση, όπου τη θέση του πούτσου παίρνουν αλλεπάλληλες συσφίγξεις του μουνιού γύρω από την αβρότητά του.
ΘΩΜΑΣ (το ίδιο σαρκαστικά) Μια σειριακή σύσπαση, ζεστή, απαλή.
ΘΕΑΝΩ Σε λίγο θα μας χτυπήσει το ωστικό κύμα.
ΙΩΑΝΝΑ Ίσως θα έπρεπε να απομακρύνουμε τα μηχανήματα.
ΘΕΑΝΩ Σαν μεγάλη κραυγή. Τεράστια, όσο και η απόκλιση που γεννά τον κόσμο.
ΙΩΑΝΝΑ Προσπάθησε να δεις στα μάτια όσο περισσότερους μπορείς.
ΘΕΑΝΩ Θα μας ζητήσουν νερό;
ΙΩΑΝΝΑ  Ίσως δεν μιλήσουν καθόλου.
ΘΕΑΝΩ Ελπίζω να μας ζητήσουν νερό.
ΙΩΑΝΝΑ Μπορεί να μην περάσουν ακριβώς από δω. Ίσως περάσουν από την κάτω μεριά του κήπου.
ΘΕΑΝΩ Θα έρθουν ως εδώ. Θα ανοίξουν την πόρτα του κήπου και θα σταματήσουν μπροστά μας.
ΙΩΑΝΝΑ Να τους κοιτάξεις στα μάτια.
ΘΕΑΝΩ Θα ζητήσουν νερό. Μπορεί να μείνουν για να φάνε μαζί μας.
ΙΩΑΝΝΑ Θα έρθουν και θα φύγουν, και μετά θα έρθουν άλλοι. Όλοι θα περάσουν από την αυλή μας.
ΝΙΚΟΣ (σαρκαστικά) Ανοίξτε τα πόδια σας.
ΘΩΜΑΣ Ανοίξτε όλες σας τις τρύπες.
ΘΕΑΝΩ Ακούγεται βουητό.
ΙΩΑΝΝΑ Είναι ήδη εδώ.
ΘΕΑΝΩ Τα μάτια τους λάμπουν.
ΙΩΑΝΝΑ Είναι υγρά.
ΘΕΑΝΩ Είναι δακρυσμένοι.
ΙΩΑΝΝΑ Από την υπερένταση.
ΘΕΑΝΩ Να ρωτήσω αν θέλουν νερό;
ΙΩΑΝΝΑ Ώσπου να ρωτήσεις έχουν φύγει κιόλας.
ΘΕΑΝΩ Αυτό ήταν όλο;
ΝΙΚΟΣ Αυτό ήταν όλο. Πέρασαν και έφυγαν. Σαν να μη μπήκαν μέσα. Σαν κάτι εξωτερικό. Σαν το στήθος σου. Ένα κόρφος που είναι μια εξωτερικότητα. Κανείς δεν μπορεί να μπει μέσα στα βυζιά σου. Ούτε αυτά μπορούν να μπουν πουθενά. Γεμίζουν το στόμα μου υποχωρώντας. Ούτε διαπερνούν ούτε διαπερνιούνται. Κρύβουν ό,τι φανερώνουν.
ΘΩΜΑΣ Τον εξαγριώνει αυτό και σε γεμίζει δαγκωματιές. Θέλει να μπει μέσα, γυρίζει γύρω από τις ρώγες σου, ζαλίζεται, γλιστρά και πέφτει.
ΘΕΑΝΩ Έχω πράγματα να κάνω. Δεν ξέρω από που να αρχίσω.

*

ΙΩΑΝΝΑ Γιατί τη λες σκληρότητα; Πού βρίσκεις σκληρότητα στο καλό;
ΘΕΑΝΩ Όχι στο καλό το ίδιο. Στο τι ασταμάτητα απαιτεί. Εκεί βρίσκω τη σκληρότητα. Ίσως να μην είναι καν σκληρότητα. Ίσως είναι μια απουσία. Η αυστηρή τήρηση της απουσίας. Η συνέπεια της τήρησης αυτής. Η υπομονή που γεννά τη συνέπεια. Ο πόνος της γέννας. Βουβός, διακριτικός. Σαν ένα υπόστρωμα.
ΘΩΜΑΣ Ω, το υπόστρωμα.

*

ΙΩΑΝΝΑ Ιδρώνω, ιδρώνω, ιδρώνω. Το σώμα μου ρουφά και αποβάλλει, ρουφά και αποβάλλει. Θέλει να λειτουργεί συνέχεια. Να νιώθει. Πήγες ως μέσα στο Μεσολόγγι;
ΘΕΑΝΩ Δεν μού ’κανε καρδιά να το πλησιάσω. Είχα διαβάσει για την υπάλληλο που την απόλυσαν επειδή έκανε καλά τη δουλειά της με τους καταπατητές.
ΙΩΑΝΝΑ Τότε θα έπρεπε να μην πλησιάζεις όλη την Ελλάδα.
ΘΕΑΝΩ Οδήγησα ασταμάτητα ως την Πρέβεζα.
ΝΙΚΟΣ Α, η Πρέβεζα.
ΘΕΑΝΩ Ψέματα. Σταμάτησα στην Αμφιλοχία.
ΘΩΜΑΣ A, η Αμφιλοχία.
ΘΕΑΝΩ Όλα ωραία μέρη να αφήσεις το σώμα σου να ταλαιπωρηθεί.
ΙΩΑΝΝΑ Τι σ’ έκανε να σταματήσεις στην Αμφιλοχία;
ΘΕΑΝΩ Η θάλασσα που έμπαινε στη στεριά. Μια εισχώρηση που ήταν μια διεύρυνση. Μια απαλότητα και μια σκληρότητα στο τοπίο. Και στους ανθρώπους. Σαν να ήταν ξεχασμένοι και για τον λόγο αυτόν ήταν το κέντρο του κόσμου.
ΙΩΑΝΝΑ Μίλησες με κάποιον εκεί;
ΘΕΑΝΩ Σταμάτησα να αγοράσω νερό.
ΙΩΑΝΝΑ Κάποτε θα έλεγες «σταμάτησα να πιω νερό».
ΘΕΑΝΩ Και σύντομα ίσως δεν θα σταματά κανείς καθόλου εκεί.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν θα σταματά κανείς καθόλου στην Ελλάδα.
ΘΕΑΝΩ Στην Ευρώπη. Οπουδήποτε.
ΙΩΑΝΝΑ Τι σου άρεσε στην Αμφιλοχία;
ΘΕΑΝΩ Ό,τι μου άρεσε και στην Πρέβεζα. Και στην Πάργα. Το ότι έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα από κει. Το ότι μπορούσα να φύγω. Ώσπου κόλλησα σ’ έναν στενό, θλιβερό δρόμο κατευθυνόμενη προς το κέντρο των Ιωαννίνων.
ΙΩΑΝΝΑ Α, η θλίψη των ελληνικών δρόμων.
ΘΕΑΝΩ Εσύ δεν θα σκεφτόσουν ποτέ έτσι.
ΙΩΑΝΝΑ Ίσως δεν σκέφτομαι καθόλου. Θα καθόμουν πίσω από το τιμόνι και θα περίμενα. Όσο πιο αναπαυτικά μπορούσα.
ΘΕΑΝΩ Θα ήθελα πολύ να σε είχα μαζί μου.
ΙΩΑΝΝΑ Πού ακριβώς σταμάτησες;
ΘΕΑΝΩ Μπροστά σ’ ένα κρεοπωλείο.
ΙΩΑΝΝΑ Α, μια καθημερινή στα Ιωάννινα σ’ έναν πολυσύχναστο δρόμο, μπροστά σ’ ένα κρεοπωλείο.
ΘΕΑΝΩ Όλα σκεπασμένα με σκόνη που γινόταν πιο μουντή από την απλωμένη νέκρα του μπετόν.
ΙΩΑΝΝΑ Και δίπλα στο κρεοπωλείο;
ΘΕΑΝΩ Ένα μαγαζί με φυσικά προϊόντα για το δέρμα.
ΙΩΑΝΝΑ Θα κατέβαινα και θα αγόραζα μια κρέμα για τα πόδια μου. Οι φτέρνες μου είναι εντελώς ξεραμένες.
ΘΕΑΝΩ Επειδή περπατάς ξυπόλυτη στα χόρτα.
ΙΩΑΝΝΑ Δεν βγήκες καθόλου από το αυτοκίνητο;
ΘΕΑΝΩ Μ’ έπιασε απελπισία. Είναι μια απελπισία που με πιάνει μόνο σε τέτοιους ελληνικούς δρόμους. Και μετά σιγά σιγά γίνεται θλίψη, και μετά μελαγχολία και μετά χαλαρώνουν τα χέρια μου στο τιμόνι, τα πόδια μου γίνονται πιο ελαφρά, ακούω μικρούς θορύβους από γύρω και ψίθυρους, το σώμα μου θέλει να δώσει και να πάρει χωρίς ένταση, χωρίς επιδίωξη. Στο κρεοπωλείο μπήκε μια γυναίκα με μπλε σκούρα ρούχα, ένα ταγέρ κομψό, παλιό και σύγχρονο μαζί, ίσως από κάποια μπουτίκ στον ίδιο δρόμο, καλοραμμένα ρούχα που αποφεύγουν το πέρασμα των καιρών, βλέπεις παντού τέτοια, σε απόμερες γειτονιές στο κέντρο του Ελσίνκι ή στην Κρήτη. Ήταν γύρω στα εξήντα, είχε και άλλα ψώνια μαζί της σε μια πλαστική σακούλα. Και τότε στάθηκε για μια στιγμή ακίνητη, αλλά και ανήσυχη, σαν να ήθελε να είναι ειλικρινής, αλλά δεν μπορούσε, προσπαθώντας ξανά και ξανά με μια αγωνία που γινόταν όλο και πιο απαίσια.

*

ΙΩΑΝΝΑ Έχει μια ιστοσελίδα όπου δημοσιεύει μόνο συλλαβές, όχι γράμματα ή μεμονωμένες λέξεις ή σπασμένες λέξεις, αλλά συλλαβές. Ίσως όπως έκανε ο Καλλίας στην αλφαβητική του τραγωδία. Ένας ασταμάτητος τραυλισμός, μια κραυγή για ό,τι συμβαίνει ή έχει συμβεί.
ΘΕΑΝΩ Ζει, ζει, ζει τη ζωή της. Και τη ζωή των άλλων. Και ξεχνά, τα ξεχνά όλα. Και ό,τι μένει είναι ένα τεράστιο και διάχυτο ναι. Μια κρέμα από σκέψεις και αισθήματα και προθέσεις που αλείφεται στο σώμα της, στο πρόσωπό της, εισχωρεί στους πόρους της, στην καρδιά της.

*

ΙΩΑΝΝΑ Θέλεις να σβήσεις το πρόσωπό σου;
ΘΕΑΝΩ Θέλω να κρατήσω μόνο τη φωνή. Να βγαίνει από ένα κεφάλι δίχως πρόσωπο. Σε όλο το ταξίδι, από τη Θεσσαλονίκη στους Δελφούς και μετά στο Γαλαξίδι, στη Ναύπακτο, στην Αμφιλοχία, στην Πρέβεζα, στην Πάργα, παντού αισθανόμουν ντροπή και χαιρόμουν που ήμουν μόνη μου, επειδή δεν θα μπορούσα να δείχνω το πρόσωπό μου σε κανέναν. Τη ντροπή μου.
ΙΩΑΝΝΑ Σε είδαν όμως στα Γιάννενα;
ΘΕΑΝΩ Ναι, με είδαν εκεί. Είδαν τη ντροπή μου. Και τον φόβο μου.
ΙΩΑΝΝΑ Εξοικειωθήκατε. Ίσως γίνατε και φίλοι.
ΘΕΑΝΩ Ήμασταν πάντα φίλοι. Και με όλη την καθυστέρησή μου στον δρόμο εκείνο γίναμε ακόμη πιο στενοί φίλοι. Το πρόσωπό μου επέστρεψε στο σώμα μου, η ματιά μου αναπαύονταν απαλά στις επιφάνειες, τα δάχτυλά μου δεν ίδρωναν πια. Τα σκέλια μου άνοιξαν λίγο περισσότερο κάτω από το τιμόνι. Ένιωθα την τρυφερή πίεση όλων αυτών που ήθελαν να μπουν μέσα μου, να επιστρέψουν εκεί, απ’ όπου θα μπορούσαν να ξαναγεννηθούν.

*

ΙΩΑΝΝΑ Η μοναξιά σου σ’ έκανε να διασχίσεις μια χώρα που είναι πιο μόνη και από σένα.
ΘΕΑΝΩ Θα ήθελες να σου πω ότι δεν πέρασα καλά.
ΙΩΑΝΝΑ Πες μου, πέρασες καλά;
ΘΕΑΝΩ Πέρασα καλά.
ΙΩΑΝΝΑ Σε όλα τα μέρη;
ΘΕΑΝΩ Σε όλα τα μέρη.
ΙΩΑΝΝΑ Πέρασες καλά και στον νεκροζώντανο δρόμο στα Γιάννενα;
ΘΕΑΝΩ Πέρασα καλά παντού.
ΙΩΑΝΝΑ Πόση ώρα ήσουν κολλημένη εκεί;
ΘΕΑΝΩ Τρία τέταρτα.
ΙΩΑΝΝΑ  Ήταν τρία ευτυχισμένα τέταρτα της ζωής σου;
ΘΕΑΝΩ Τι σ’ έχει πιάσει ξαφνικά;
ΙΩΑΝΝΑ Έχω μετανιώσει που δεν ήμουν μαζί σου.
ΘΕΑΝΩ Το φαντάζομαι. Τι άλλο;
ΙΩΑΝΝΑ Τηλεφώνησαν το πρωί από την τράπεζα και μου πρότειναν μειωμένο επιτόκιο, αλλά δεν κατάλαβα γιατί. Το είπα στην υπάλληλο, ότι δεν καταλαβαίνω και είπε ότι θα το φροντίσει. Τι θα φροντίσει;

Τέλος

This entry was posted in Archive, Αποχρώσεις - Nyanser - Shades. Bookmark the permalink.