Βασίλης Παπαγεωργίου

Σοβαρός μονόλογος ενός δραματουργού

Θέλω να είμαι εδώ, μπροστά σου για να δεχτώ τη ματιά σου και τις λέξεις σου, θέλω να πάρω τα χέρια σου στα δικά μου, θέλω να μπω μέσα σου, να παραμείνω μέσα σου. Ωστόσο δεν θέλω καθόλου να είμαι εδώ.

Όχι (λυπάμαι πολύ για την άρνηση αυτή), καλύτερα να πω ότι θέλω να είμαι εκεί έξω, επίσης, έξω από σένα, λίγο πιο μακριά από εσένα, όπου μπορώ να βλέπω κι εσένα και οτιδήποτε βρίσκεται έξω από εσένα κι εμένα, καθώς μπαίνει και βγαίνει από μέσα μας. Πάνω από όλα όμως εδώ. Τούτο είναι τη στιγμή αυτή ένα πλήρες εδώ.

Μπορώ να είμαι εδώ και ωστόσο δεν μπορώ να είμαι εδώ. Κάτι με τραβά μακριά από εσένα, όχι τραβά, φέρεται σαν να μου επιτρέπει να πάω προς ένα απώτερο όριο που ποτέ δεν είναι εκεί. Είμαι πάντα εδώ. Ένα τεράστιο εδώ, πάντα μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Και εδώ θέλω να κάνω μια εξαιρετικά αποκαλυπτική συζήτηση μαζί σου που θα κάνει κι εμένα κι εσένα να αισθανθούμε ότι είμαστε εδώ και ότι αυτό σημαίνει κάτι,

ότι σημαίνει τα πάντα.

Θέλω να είμαι εδώ, όπως μετά από μια ελληνική τραγωδία, και συγχρόνως δεν θέλω να είμαι εδώ, όπως μετά από μια ελληνική τραγωδία. Θέλω να είμαι εδώ όπως μετά από μια μη ελληνική τραγωδία, μια αντεστραμμένη τραγωδία, και συγχρόνως δεν θέλω να είμαι εδώ, όπως μετά από μια μη ελληνική τραγωδία, μια αντεστραμμένη τραγωδία.

Θέλω να είμαι εδώ για να πω ναι, αλλά δεν θέλω να είμαι εδώ για να μπορώ να πω ναι. Αυτό το ναι είναι πολύ μεγαλύτερο από εμένα και ακατάπαυστα κατευθύνεται κάπου. Θέλω να μπορώ να το ακολουθώ, να είμαι μαζί του παντού. Θέλω να κάνω μια πραγματικά εξαντλητική, μια ατέλειωτη συζήτηση με αυτούς που ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται και εμένα και τούτο το εδώ.

Και ενώ είμαι ακατάπαυστα εδώ ή σαν ημερονύχτιος δρομέας σου ακατάπαυστα τρέχω προς εσένα με νέα για την έκβαση των συγκρούσεων, ζω επίσης τη δική μου ζωή που δεν έχει πάντα σχέση με τη δική σου, ζω μια ζωή πέραν της δικής σου και πέραν των συγκρούσεων, μια ζωή που ούτε εσύ ούτε εγώ μπορούμε να πλησιάσουμε.

Τρέχω προς εσένα και συγχρόνως κολυμπώ σε μια θάλασσα, τα κύματα της οποίας είναι ανακατεμένα με άγνωστα σώματα και άγνωστες λέξεις. Θέλω να επιστρέψω στις λέξεις, σε μια ψηλαφητή λεξικότητα, μια λεκτική σαρκικότητα. Και θέλω να κάνω μια σοβαρή συζήτηση εδώ στη σκιά και την ησυχία του μικρού μου κήπου με όποιον δεν φοβάται τις λέξεις και τα σώματα που πλησιάζουν μέσα από ένα άγνωστο βάθος.

Θέλω επίσης να κάνω μια σοβαρή συζήτηση με αυτόν που φοβάται τούτες τις λέξεις και τούτο το σώμα ή αγνοεί την ύπαρξή τους. Θέλω να έχω τη δυνατότητα να καθίσω απέναντι σ’ αυτόν που μπορεί και θέλει ν’ ακούσει και σ’ αυτόν που ούτε μπορεί ούτε θέλει, που δεν γνωρίζει πώς μπορεί κανείς και πώς θέλει, που ούτε καν στον ύπνο του πια δεν τρομάζει από αυτά που πλήττουν σε άλλους ανθρώπους.

Θέλω να μιλήσω μαζί σου, αν βέβαια μου το επιτρέπεις, θέλω να μιλήσω μαζί σου τώρα που τυχαίνει παρ’ όλα αυτά να βρίσκεσαι για μερικές στιγμές απέναντί μου και κάτι στο πρόσωπό μου σου είναι αρεστό, κάτι αβυσσώδες και συγχρόνως ευχάριστα παρόν, όπως μου δίνεις να καταλάβω.

Τι ήθελα όμως; Να δεις ότι οι λέξεις έχουν ένα σώμα που μπορείς να το πάρεις στα χέρια σου. Ότι το σώμα είναι μια στηρικτική αφαίρεση, ένας στοχασμός που μπορείς να τον σφίξεις πάνω στο δικό σου σώμα, αν θέλεις. Θέλω να δεις πώς τούτο το σώμα, τούτη η αφαίρεση, φέρουν μέσα τους το τώρα, το οποίο περιλαμβάνει εσένα κι έμενα και τη συζήτησή μας.

Θέλω να σε φοβίσουν οι λέξεις, να σε τρομάξει αυτό που υπόσχονται και αυτό που κρύβουν, η παροδικότητα και η συμπαγής παρουσία τους. Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά, όχι εγώ πάντως. Δεν χρειάζεται να δείξουμε τα σώματά μας ο ένας στον άλλο, μόνο να τα αφήσουμε να αισθανθούν τη σωματικότητά τους ή να κάνουν τις λέξεις σάρκινες. Σώματα που μιλούν σχεδόν δίχως να κουνιούνται, λέξεις που δονούνται χωρίς ν’ απαιτούν συμφραζόμενα. Λέξεις που μας δέχονται μέσα τους, που μας κάνουν να ανοίξουμε τα σώματά μας, σώματα που δεν εκβάλλουν στο δέρμα, που κάνουν τις λέξεις να φανερώσουν τα ανεξιχνίαστα σωθικά τους.

Άφησέ με να κάνω μια ειλικρινή συζήτηση μαζί σου, μια συζήτηση που μεταμορφώνεται σε βαρύ χρόνο, που κάνει τις λέξεις και τα σώματα θνητά και πάλι, στιγμιαία, ασήμαντα. Θέλω να κάνω μια σοβαρή συζήτηση για το εξ ολοκλήρου ασόβαρο, αυτό που μου επιτρέπει να είμαι εδώ ακριβώς τώρα. Θέλω να αισθανθώ τούτο το εδώ και τούτο το τώρα, μαζί μ’ εσένα. Ένα εδώ και ένα τώρα, και ένα εσύ κι εγώ που δεν τελειώνουν ποτέ.

Θέλω την εμπειρία της σοβαρής απειρίας στις λέξεις και στα σώματα μέσα στο συμπαγές άπειρο και απείρως συμπαγές εδώ και τώρα. Δώσε μου το σώμα σου και τις λέξεις σου και πάρε τις δικές μου λέξεις και το δικό μου σώμα, με τρόπο που το μόνο που μένει μετά τη συναλλαγή μας να είναι το απλωμένο (ή αιωρούμενο ) σώμα της γενναιοδωρίας.

Λέξεις και σώματα σημαδεμένα από μια τραγική συνείδηση η οποία είτε αναπαύεται είτε στέκει και κοιτάζει ανήσυχη προς τον ορίζοντα. Το τραγικό σε μια μη τραγική, αιωρούμενη παρουσία, η έντονη μνήμη ενός γεγονότος που δεν συνέβη ποτέ, ένα είδος αγρύπνιας, μια υπερευαισθησία για οτιδήποτε προσκομίζει όρια, που τρέφεται από τη δύναμη και την αδυναμία, που αποφεύγει τη σοβαρή συζήτηση.

Η τραγική αίσθηση της αβύσσου στις λέξεις και στα σώματα. Η αίσθηση της αβύσσου στην απεραντοσύνη που τα περιζώνει. Η ελευθερία των λέξεων επί σκηνής να αποκτήσουν σώμα ανοιχτό, η ελευθερία των σωμάτων να κατακλύσουν τη σκηνή με ανοιχτές λέξεις σε μια έντονη όσο και ήρεμη παρουσία που μυρίζει δράμα και τραγικότητα, σκόνη και σκοτάδι, σώματα που κάθονται εντελώς ακίνητα στο μισοσκόταδο, φθαρμένες σανίδες και παλιούς προβολείς, αφοσίωση και απρόσμενη μοναξιά.

Το να μπορείς να εισχωρήσεις στις λέξεις και στα σώματα, ν’ ανοιχτείς διάπλατα, να έχεις διαρκώς την άβυσσο μέσα σου και πίσω σου και μπροστά σου, να την καταφάσκεις. Την καταφάσκω εξάλλου εδώ και τώρα, καθώς μιλώ μαζί σου και εσύ μαζί μου. Σίγουρα μιλάς μαζί μου.

Κάνουμε μια τραγική συζήτηση, η οποία προσφέρει την απεραντοσύνη που μπορεί να υποδεχτεί αυτούς που πλήττονται από μας, από τις λέξεις και τα σώματά μας, που πεθαίνουν σε σφραγισμένα αμπάρια, σε ναρκοπέδια, πάνω σε απόκρημνα βράχια, σε χαλασμένους δρόμους, στην έρημο, στο όνομα της δικαιοσύνης, που με απάθεια διασχίζουν τους ίδιους πάντα διαδρόμους.

Μια απαιτητική παρουσία, όσο απαιτητική και η συζήτησή μας. Ένα σώμα που μπορεί να σε πλησιάσει, να μπει μέσα σου, λέξεις που σε φέρνουν σ’ ένα ανοιχτό εδώ και ένα ανοιχτό τώρα.

Αυτά σκέφτομαι, αλλά ας ξεχάσουμε τις λέξεις και τα σώματα, ας ξεχάσουμε την παρουσία και την απεραντοσύνη, και ας σταθούμε μόνο εδώ πάνω στη σκηνή. Ας σταθούμε εδώ μόνο σαν να βρισκόμαστε σε κάποια αρχή ή σε κάποια μέση. Ας αφήσουμε αυτούς στην άλλη μεριά να μας βλέπουν. Ας προαισθανθούν ότι μπορούμε να προσφέρουμε μια σοβαρή συζήτηση. Δεν χρειάζεται να την κάνουμε. Μπορούμε βέβαια πάντα να την έχουμε κάνει. Ας σταθούμε λοιπόν τώρα εδώ στο μισοσκόταδο κι ας δείξουμε τη γυμνότητά μας ο ένας στον άλλο και στην τραγική κατάσταση του τραγικού που δεν είναι σε θέση να υπερβεί την κατάφαση, το γυμνό ναι.

This entry was posted in Archive, Αποχρώσεις - Nyanser - Shades and tagged , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s